Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2011

*. Μεταπτυχιακή διατριβή για την πρόπολη.


Μια άριστη, μεταπτυχιακή διατριβή, που αξίζει να διαβασθεί .
Στην ανάρτηση αυτή, περιέχονται μερικά αποσπάσματα.



ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΗ ΔΙΑΤΡΙΒΗ
ΑΘΗΝΑ, ΙΟΥΝΙΟΣ 2007

ΤΗΣ ΕΛΕΝΑ ΤΡΟΥΛΛΙΔΟΥ          
Κλινική Διαιτολόγος –. Διατροφολόγος BSc (Hons) MSc (Hons)

ΠΡΟΠΟΛΗ
Η λέξη «πρόπολη» (propolis) ετυμολογικά σημαίνει «προ της πόλεως». Οι μέλισσες τη χρησιμοποιούν υπό μορφή επικάλυψης, σαν γενική μορφή προστασίας. Εξυπηρετεί στο να καλύπτει όλες τις τρύπες και τα κενά, που έχει μέσα η κυψέλη. Επιτρέπει όχι μόνο να επιδιορθωθούν οι καταστροφές εντός της κυψέλης, αλλά επίσης στους ψυχρούς ή πολύ θερμούς τόπους μειώνει το μέγεθος της εισόδου της, έτσι ώστε να περιορίζεται στο ελάχιστο δυνατό η πρόσβαση κρύου ή θερμού αέρα και των δυνητικών εχθρών.


 
Εικόνα 1: Οι μέλισσες χρησιμοποιούν συχνά τη πρόπολη για να μειώσουν το μέγεθος της εισόδου στις κερήθρες, ώστε να αμύνονται καλύτερα.

Επίσης εξυπηρετεί στο να καθυστερεί την εξέλιξη των ασθενειών, λειτουργώντας, ως μέσο προφύλαξης για τις εργάτριες μέλισσες στην είσοδο της κυψέλης. Ως εκ τούτου προσφέρει μια «μπάρα προστασίας» σε βακτήρια και ιούς. Η χρήση της πρόπολης έχει θεμελιώδη σημασία στην αποικία των μελισσών, αν αναλογισθούμε ότι στην κυψέλη, σε 50 λίτρα χώρο, ζουν 40.000 με 50.000 μέλισσες και σε θερμοκρασία που κυμαίνεται από 35-38 C, με την αντίστοιχη υγρασία να βρίσκεται
στο 70% και με την υψηλή περιεκτικότητα σε ζάχαρη, δηλαδή ιδεώδεις συνθήκες για μικροβιακή ανάπτυξη (Burdock, 1998). Ήδη από την αρχαιότητα παρατηρήθηκε ότι οι μέλισσες, θανατώνουν ζώα (ποντίκια, βατράχια κ.α.), τα οποία είχαν εισχωρήσει μέσα στην κυψέλη τους και στη συνέχεια τα σκεπάζουν με ένα ειδικό ρητινώδες υλικό, με αποτέλεσμα το πτώμα του θανατωμένου ζώου να μένει άφθαρτο στο πέρασμα του χρόνου, σαν μούμια. Με τον τρόπο αυτό το μελίσσι αποτρέπει την εμφάνιση δυσοσμίας και την ανάπτυξη βακτηριακής χλωρίδας, που συνοδεύουν τη σήψη του πτώματος του εισβολέα.
Στις παλιές γραφές, η πρόπολη ονομαζόταν «μαύρο κερί». Οι Έλληνες, οι Πέρσες οι Ρωμαίοι, οι Αιγύπτιοι, οι Άραβες και οι Ίνκας τη χρησιμοποιούσαν για τις βιολογικές της ιδιότητες. Ο Ιπποκράτης συνιστούσε την επάλειψη με πρόπολη για την επούλωση των πληγών. Στη Ρώμη, όπου μια ολόκληρη εποχή ήταν αφιερωμένη στη μέλισσα και στα προϊόντα της, η πρόπολη πουλιόταν πιο ακριβά από το μέλι. Κάθε Ρωμαίος λεγεωνάριος την είχε μαζί του κατά τη διάρκεια των στρατιωτικών εκστρατειών. Ακόμη, στους πολέμους, τη χρησιμοποιούσαν για τη θεραπεία κατά της γάγγραινας. Πλήθος άλλων εφαρμογών έχουν αναφερθεί, για παράδειγμα ότι, ο Stradivarius ενσωμάτωνε πρόπολη στο βερνίκι του βιολιού του, γνωρίζοντας ότι ήταν καλό προστατευτικό του ξύλου. Για τους Αιγύπτιους, η μέλισσα είχε μεγάλη θρησκευτική σημασία και συμβόλιζε τη γενναιότητα, ενώ στη Μινωική εποχή τη γονιμότητα, με το γνωστό σήμα της μέλισσας των Μαλλίων. Η πρόπολη χρησιμοποιούνταν στην θεραπευτική από τους ιερείς, σε μεγάλη ποικιλία ασθενειών καθώς επίσης στην ταρίχευση πτωμάτων. Ο διάσημος ιατροφιλόσοφος Αβικένας, τον 11ο αιώνα είχε παρατηρήσει ότι η πρόπολη δρα αποτελεσματικά στους τραυματισμούς από βέλη τόξων κατά τη διάρκεια πολεμικών επιχειρήσεων. Στο τέλος του 19ου αιώνα, στη Ρωσία και στη Γερμανία, η αγορά ήταν γεμάτη από πρόπολη. Ήταν γνωστή για τη χρήση της στη θεραπεία των μολύνσεων και για την επούλωση πληγών, όπως επίσης και ως αντιφλεγμονώδες, με τη μορφή αλοιφής και εμπλάστρου.
Κατά τα τέλη του 19ου με τις αρχές του 20ου αιώνα, οι φαρμακευτικές ιδιότητες των παραπάνω προϊόντων είχαν ξεχαστεί. Μέχρι το 1960 δεν υπάρχει καμιά αναφορά στην πρόπολη σε φαρμακευτικά εγχειρίδια (Januzzi 1993).
Οι σημερινές χρήσεις της πρόπολης στην ιατρική έχουν μεταφερθεί στις μέρες μας από γενιά σε γενιά. Τις τελευταίες δεκαετίες στην Ανατολική Ευρώπη, Ασία και κυρίως στην Ιαπωνία, η σύγχρονη ιατρική κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η πρόπολη πρέπει να πάρει τη θέση που της αξίζει, όπως αποδείχτηκε μετά από πολυετή έρευνα (Χαριζάνης, 1992; Januzzi,1993).

 Προέλευση

Υπάρχουν δυο θεωρίες για την προέλευση της πρόπολης. Σύμφωνα με τον Kuestenmacher (1912), η πρόπολη αποτελεί προϊόν των μελισσών και είναι το υπόλοιπο της γύρης που το μετατρέπουν σε ένα είδος ρητίνης, εμπλουτισμένο με διάφορα ένζυμα και βιολογικά προϊόντα του στομάχου τους.
Σύμφωνα με τη θεωρία του Resch (1927), οι μέλισσες συλλέγουν την πρώτη ύλη για τη σύνθεση της πρόπολης από τους οφθαλμούς, την επιφάνεια των καρπών, το φλοιό των φυτών και τα άνθη. Αυτό το υλικό λέγεται «χυμός των φυτών», «βλέννα», «προστατευτική έκκριση» ή «έκκριση οφθαλμών». (Januzzi, 1990; Januzzi, 1993).
Η σημερινή άποψη συνδυάζει και τις δυο θεωρίες. Οι μέλισσες κυρίως παράγουν την πρόπολη, ξεκινώντας από φυτικές ρητίνες που εκκρίνονται από τους οφθαλμούς των φυτών και από το φλοιό ορισμένων δέντρων, κυρίως από τις λεύκες, τα κωνοφόρα και την ιτέα. Συλλέγουν τις ρητίνες, τις οποίες προσροφούν και αναμειγνύουν με τα ένζυμα της σιέλου τους. Αφού τη μεταφέρουν μέσα στην κυψέλη, με τις τρίχες των ποδιών τους, επικαλύπτουν τα εσωτερικά και εξωτερικά μέρη της κυψέλης με την πρόπολη, η οποία ισχυροποιεί την αποικία των μελισσών και της παρέχει ένα υγιέστερο περιβάλλον. Ακόμη, η μέλισσα αλείφει το σώμα της με αυτή την ουσία, για να προστατέψει τον εαυτό της από τους φυσικούς εχθρούς (Χαριζάνης, 1992; Januzzi, 1993).

Συλλογή υλικού από τις μέλισσες

Έχει παρατηρηθεί ότι οι μέλισσες ξύνουν τις προστατευτικές ρητίνες από τα άνθη και τους οφθαλμούς με τις σιαγόνες τους και τις τοποθετούν σε υποδοχές των πίσω ποδιών τους. Κατά τη διαδικασία αυτή οι ρητίνες αναμιγνύονται με το σάλιο του στόματός τους και άλλες εκκρίσεις τους, όπως και με κερί και γύρη. Η διαδικασία απόσπασης παίρνει αρκετό χρόνο ενώ το πακετάρισμα διακόπτεται από επισκέψεις στην κυψέλη όχι για μεταφορά της αλλά για γεύματα εάν δεν υπάρχει τροφή στο μέρος όπου συλλέγεται. Με τον τρόπο αυτό προκύπτει μια κολλώδης ουσία, η οποία μεταφέρεται στην κυψέλη. Όταν η μέλισσα τελικά πετά προς την κυψέλη φορτωμένη με την πρόπολη ίσως περάσουν ώρες μέχρι να την ξεφορτώσει περιμένοντας σε απομακρυσμένο μέρος της κυψέλης τις άλλες μέλισσες για να την ξεφορτώσουν.
Το είδος της μέλισσας που συλλέγει το υλικό από το οποίο παράγεται η πρόπολη είναι η μέλισσα Apis mellifera. Τα Ασιατικά είδη Apis δεν παράγουν πρόπολη (Januzzi,1990; Januzzi,1993).

Η χρήση της πρόπολης από τις μέλισσες

Όπως προαναφέρθηκε, η πρόπολη δεν επιτρέπει την ανάπτυξη μικροβίων και δυσοσμιών. Οι μέλισσες τη χρησιμοποιούν για να επιχρίουν τα εσωτερικά τοιχώματα της κυψέλης. Επιχρίουν, επίσης, τα κελιά των κηρηθρών μετά την εκκόλαψη των μελισσών για να τα αποστειρώσουν, ώστε αυτά να είναι έτοιμα, για την ωοτοκία της Βασίλισσας. Ακόμη, οι μέλισσες επιχρίουν το εσωτερικό των κελιών με ελαιώδες επίχρισμα που συλλέγουν από τη γύρη, γνωστό ως βάλσαμο γύρης (pollenbalsam). 

Παραλαβή και παραγωγή

Η πιο παλιά αλλά και επίπονη μέθοδος συλλογής της πρόπολης, που χρησιμοποιείται όμως ακόμη και σήμερα, είναι η απόξεση μικρών κομματιών της κολλητικής αυτής ουσίας από οποιοδήποτε σημείο της κυψέλης. Ο μελισσοκόμος συλλέγει την πρόπολη ξύνοντας εσωτερικά τοιχώματα κυψελών, καπάκια και πλαίσια, όπου την εναποθέτουν. Η συλλογή γίνεται μόνο σε ζεστό καιρό όταν αυτή είναι
εύπλαστη, γι’ αυτό είναι προτιμότερο η συλλογή να γίνεται το καλοκαίρι. Μεταξύ των μελισσών του ιδίου μελισσοκομείου παρατηρούνται μεγάλες διαφορές στην ποσότητα συλλογής και αυτό δίνει τη δυνατότητα στο μελισσοκόμο να επιλέξει τα μελίσσια εκείνα τα οποία θα χρησιμοποιήσει για τη συλλογή.
Οι μέλισσες έχουν την τάση να καλύπτουν εκτός από τα τοιχώματα και τα καπάκια, κάθε ανεπιθύμητο σώμα, που θα εισέλθει στην κυψέλη. Εκμεταλλευόμενοι αυτή την ιδιότητα των μελισσών, οι μελισσοκόμοι τοποθετούν πλαστικό πλέγμα στο επάνω μέρος των πλαισίων, το οποίο καλύπτεται από τις μέλισσες με πρόπολη, και αργότερα το μαζεύουν. Στη συνέχεια, το τοποθετούν στην κατάψυξη, όπου ψύχεται, και κατόπιν τινάζουν το πλαίσιο, από το οποίο παραλαμβάνουν καθαρή πρόπολη (Warren,1990).
 
                       Εικόνα 2. Πλέγμα που χρησιμοποιείται για τη συλλογή της πρόπολης

 
Εκτός από τα διάφορα πλέγματα υπάρχουν και ξύλινες ή πλαστικές παγίδες συλλογής της πρόπολης. Η περισσότερο διαδεδομένη παγίδα στην Αμερική είναι μια ξύλινη κατασκευή με πλάτος 8,9 εκατοστά και μήκος όσο το μήκος της κυψέλης. Η παγίδα αυτή έχει 8 επιμήκεις σχισμές, τοποθετείται με βίδες στην πλευρά του γονοθαλάμου, σε κυψέλη που προηγούμενα είχε αποσπασθεί το αντίστοιχο κομμάτι ξύλου. Η παγίδα αυτή γεμίζει σε χρονικό διάστημα δύο εβδομάδων περίπου και η απόδοσή της είναι από 15-20 γραμμάρια όταν γεμίσουν όλες οι σχισμές. Μειονεκτήματα της παγίδας αυτής είναι η ανάμειξη της πρόπολης με τεμαχίδια από ξύλο και η αναγκαστική κοπή μέρους της κυψέλης για την τοποθέτηση της παγίδας (Januzzi, 1990; Januzzi, 1993).
        Στην αγορά σήμερα υπάρχει πληθώρα κατασκευών που χρησιμοποιούνται για τη συλλογή πρόπολης. Ο μελισσοκόμος πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα ακόλουθα:
1. Οι πλαστικές παγίδες είναι καλύτερες επειδή είναι εύκαμπτες και μπορούν να τοποθετηθούν στο ψυγείο. Το υλικό κατασκευής τους δεν πρέπει να αφήνει υπολείματα στην πρόπολη.
2. Η ξύλινη παγίδα πρόπολης είναι αρκετά σκληρή με αποτέλεσμα ακίδες από ξύλο να ενσωματώνονται στη πρόπολη.
3. Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται λαδομπογιά στις παγίδες γιατί οι μέλισσες αναμιγνύουν τη πρόπολη με αυτήν.
4. Η παγίδα πρέπει να τοποθετείται προς τη βόρεια πλευρά της κυψέλης.
5. Η παγίδα πρέπει να εφαρμόζει ακριβώς στην κυψέλη ώστε οι μέλισσες να
μην την χρησιμοποιούν σαν πέρασμα.
Μετά την συλλογή της, η πρόπολη πλάθεται σε μικρές μπάλες και φυλάσσεται σε σκοτεινό μέρος. Με αυτό τον τρόπο η πρόπολη διατηρείται για μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς να χάσει τις θεραπευτικές της ιδιότητες. Η συνολική ποσότητα πρόπολης στην κυψέλη κυμαίνεται μεταξύ 150 και 300 γραμμαρίων ανά μελισσοκομική περίοδο (Χαριζάνης, 1992; Januzzi, 1993).

Επεξεργασία της πρόπολης

Η πρόπολη λόγω της χρήσης της ως φαρμακευτική ουσία θα πρέπει να περάσει από μια σειρά διαδικασιών, ώστε να διασφαλιστεί τόσο η χρησιμότητα όσο και η μη τοξικότητα στον άνθρωπο.
Βήμα 1: Απομάκρυνση ξένων σωματιδίων. Το πιο σημαντικό στάδιο κατά την προετοιμασία της πρόπολης για πώληση είναι ο καθαρισμός και η απομάκρυνση των κομματιών πέτρας, ακίδων ξύλου, τμημάτων εντόμων, κομματιών κεριού, λαδομπογιάς και άλλων ξένων ουσιών. Αρχικά τα ξύσματα χωρίζονται και ταξινομούνται ανάλογα με την καθαρότητά τους. Στη συνέχεια τοποθετούνται σ’ ένα δοχείο με κρύο νερό ανακατεύονται και απομακρύνονται οι ξένες ύλες, οι οποίες επιπλέουν στην επιφάνεια. Το πλύσιμο αυτό γίνεται επανειλημμένα με νερό μέχρι το νερό να γίνει εντελώς καθαρό.
Έπειτα τα υπολείμματα ξηραίνονται και κάθε κομμάτι πρόπολης εξετάζεται προσεκτικά μήπως περιέχει κάποιο ξένο υλικό (Χαριζάνης, 1992).
Βήμα 2: Απομάκρυνση κηρών από την πρόπολη. Αξιολογείται το υλικό και αν περιέχει αυξημένες ποσότητες κεριού, θα πρέπει να καθαριστεί με κρύο νερό και ακολούθως το εξωτερικό κερί να αφαιρεθεί. Οι μη-υδατοδιαλυτές ουσίες, επιπλέουν στην επιφάνεια του νερού και απομακρύνονται. Στη συνέχεια η καθαρή πρόπολη τοποθετείται σε βραστήρα με διπλά τοιχώματα με νερό όπου η στάθμη βρίσκεται 5 εκατοστά πάνω από την επιφάνεια της πρόπολης. Το περιεχόμενο θερμαίνεται στους 70οC υπό συνεχή ανάδευση. Μετά από 2-3 λεπτά, το δοχείο μετακινείται και αφήνεται να
κρυώσει. Το κερί που έχει λιώσει, σχηματίζει κρούστα στην επιφάνεια και αφαιρείται. Η διαδικασία επαναλαμβάνεται μέχρι να απαλλαγεί η πρόπολη από όλο το κερί που περιείχε.
Βήμα 3: Συσκευασία και διατήρηση της πρόπολης. Η πρόπολη μετά τον καθαρισμό της από ξένες ύλες ξηραίνεται και υποβάλλεται σε ένα τελευταίο έλεγχο για την απομάκρυνση τυχόν υπολειμμάτων. Τα μεγάλα κομμάτια πρόπολης μπορούν να σπάσουν αφού διατηρηθούν στο ψυγείο για όλη τη νύχτα. Στην συνέχεια συσκευάζεται πρώτα σε πλαστικές σακούλες οι οποίες αργότερα τοποθετούνται σε βάζα και διατηρείται σε ξηρό και δροσερό περιβάλλον μέχρι να χρησιμοποιηθεί ή να διατεθεί. Η πρόπολη δεν θα πρέπει να τοποθετείται απ’ ευθείας σε περιέκτες με πολύ σκληρό περιτύλιγμα (Jannuzzi, 1983).
Βήμα 4: Παρασκευή διαλύματος πρόπολης («βάμμα» πρόπολης). Πρόπολη από την οποία απομακρύνθηκε το κερί με την παραπάνω διαδικασία, ξαναθερμαίνεται μέχρι να σχηματιστεί πηχτό σιρόπι. Στη συνέχεια προστίθεται ίση ποσότητα αιθανόλης με συνεχή ανάδευση. Όταν το μίγμα είναι έτοιμο, φιλτράρεται για να ληφθεί το «βάμμα» πρόπολης, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για προσωπική χρήση (Burdock, 1998; Χαριζάνης, 1992).

       Γενικά η πρόπολη διατηρείται σε ερμητικώς κλειστά βάζα, μακριά από το φως και την υψηλή θερμοκρασία. Η χρήση της όταν είναι φρέσκια, μας βοηθάει στο να επωφεληθούμε το μέγιστο των ιδιοτήτων της.
       Η πρόπολη, επίσης, μπορεί να κονιοποιηθεί και να φυλαχθεί στο ψυγείο ως σκόνη. Η διαδικασία αυτή γίνεται καλύτερα με αναμείκτη, στη συνέχεια απαιτείται καλό κοσκίνισμα από λεπτή σίτα, αναμειγνύεται με απλή βάση πούδρας σε αναλογία 1:2 για να δώσει τη πρόπολη-πούδρα, η οποία χρησιμοποιείται στις πληγές (Χαριζάνης, 1992).


                                                Εικόνα 3. Δείγμα ακατέργαστης πρόπολης

Αποθήκευση

Αν και η πρόπολη είναι σχετικά σταθερή ουσία, η σωστή αποθήκευσή της είναι κρίσιμης σημασίας. Τόσο η πρόπολη όσο και τα εκχυλίσματά της θα πρέπει να φυλάσσονται σε αεροστεγή δοχεία στο σκοτάδι σε θερμοκρασίες κάτω από 10οC-12οC, μακριά από πηγές θερμότητας. Μέσω της σωστής συντήρησης η πρόπολη μπορεί να διατηρείται για περισσότερο από 12 μήνες, χωρίς να χάνει τις περισσότερες αντιβακτηριακές ιδιότητες που εκδηλώνει. Αναφέρεται επίσης ότι τα αιθανολικά
εκχυλίσματα μπορούν να διατηρηθούν για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα Μέσω της λυοφιλίωσης του εκχυλίσματος πρόπολης, αναφέρεται ότι διατηρούνται τα χαρακτηριστικά αντιβακτηριακής δράσης, όμως δεν έχει διερευνηθεί πλήρως η επίδραση της μακροπρόθεσμης αποθήκευσης.
Η διάρκεια ζωής των προϊόντων που περιέχουν πρόπολη, εξαρτάται από τη χημική τους σύνθεση και θα πρέπει να προσδιορίζεται σε κάθε περίπτωση. Όσο πιο επιδεκτικά στην αποσύνθεση ή οξείδωση είναι τα υπόλοιπα συστατικά (πλην αυτών της πρόπολης), τόσο μικρότερη διάρκεια ζωής θα έχει και το προϊόν. Παρόλα αυτά η πρόπολη και τα εκχυλίσματά της μπορούν να δράσουν ως ήπια συντηρητικά εξαιτίας των αντιοξειδωτικών και αντιμικροβιακών ιδιοτήτων τους και έτσι μπορεί να αυξήσουν το χρόνο ζωής των προϊόντων αυτών (FAO, 2007)

Ποιοτικός έλεγχος

Δεν υπάρχουν ακριβείς συστάσεις για τον ποιοτικό έλεγχο της πρόπολης κυρίως εξαιτίας της ποικιλίας στο χρώμα, οσμή και σύνθεση. Τα περισσότερα φρέσκα δείγματα πρόπολης διαθέτουν ένα ευχάριστο άρωμα. Αναφέρεται ότι το περιεχόμενο σε κηρούς καθώς και εμφανή ξένα σώματα θα πρέπει να περιορίζονται στο ελάχιστο.
       Επίσημες συστάσεις για την ποιότητα της πρόπολης υπάρχουν σε πολλές χώρες της ανατολικής Ευρώπης (Ρουμανία και Πρώην Σοβιετική Ένωση) (Crane, 1990), αλλά τα περισσότερα κριτήρια αφορούν στην καθαρότητα και τη νόθευση του ακατέργαστου προϊόντος και σε μερικές περιπτώσεις, των εκχυλισμάτων. Επίσης έχουν τεθεί μέγιστα και ελάχιστα όρια για συγκεκριμένες χημικές ομάδες, όμως υπάρχουν πολύ λίγες τυποποιημένες δοκιμές για τον προσδιορισμό των βιολογικών δράσεων των διάφορων συστατικών. Οι Tikhonov et al. (1978) αναφέρουν ότι οι μέσες συγκεντρώσεις των
κύριων συστατικών της πρόπολης, μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως πιθανά πρότυπα σύγκρισης για την ακατέργαστη πρόπολη (Πίνακας 1).
Ποικίλες βακτηριολογικές δοκιμές μπορούν να διεξαχθούν και τα αποτελέσματά τους συγκρίνονται με αυτά πρότυπων δειγμάτων με γνωστή προέλευση και γνησιότητα. Αυτές οι δοκιμές όμως δεν μπορούν να ανιχνεύσουν όλες τις ευεργετικές ιδιότητες της πρόπολης. Καμιά από αυτές τις δοκιμές δεν έχει γίνει ευρέως αποδεκτή ως έγκυρη αξιολόγηση της ολικής ποιότητας της πρόπολης ή των εκχυλισμάτων της (FAO, 2007)

Πίνακας 1. Περιεκτικότητα πρόπολης σε διάφορα συστατικά μετά από εισήγηση των Tikhonov et al., (1978) και ανώτατα και κατώτερα όρια όπως έχουν εγκατασταθεί από τα Russian Regional Standards (RSFSR, 1977).
 
Μειονεκτήματα πρόπολης

Εκτός από τα πλεονεκτήματα που αναφέρονται παρακάτω και θα εξεταστούν στα πλαίσια αυτής της μεταπτυχιακής διατριβής, υπάρχουν μερικά μειονεκτήματα στη χρήση της πρόπολης. Αυτά είναι η έντονη και δυσάρεστη γεύση και οσμή καθώς και η υψηλή συγκέντρωση αιθανόλης, όταν παρασκευάζεται το αιθανολικό εκχύλισμα πρόπολης, που αποτελεί την κυριότερη και πιο εύχρηστη μορφή διαλύματος. Τα μειονεκτήματα αυτά έχουν ως αποτέλεσμα δυσκολίες στη φύλαξη, τη μεταφορά και τη μετατροπή σε άλλη μορφή για επεξεργασία (Burdock, 1998).

Τα χαρακτηριστικά μιας καλής ποιότητας πρόπολης

Μια χρήσιμη και καλής ποιότητας πρόπολη πρέπει να έχει τις παρακάτω ιδιότητες:
1. Να είναι φρέσκια, όχι μεγαλύτερη των 2 ετών.
2. Να είναι καθαρή.
3. Να μην περιέχει ξένα σώματα, όπως ξύλα, μπογιές κυψελών, πίσσα, κτλ.
4. Να περιέχει ρητίνες
Ο μελισσοκόμος μπορεί εύκολα να ελέγξει τους 3 πρώτους παράγοντες. 
Η περιεκτικότητα όμως σε ρητίνες εξαρτάται τόσο από τις μέλισσες όσο και από άλλους
ανεξάρτητους παράγοντες όπως: η τοποθεσία, η εποχή και το είδος των δένδρων. Η ρητίνη αποτελεί το βασικό συστατικό των ιατρικών παρασκευασμάτων γι’ αυτό όσο ψηλότερη είναι, τόσο καλύτερη είναι η ποιότητα της πρόπολης (Januzzi, 1993).

Χημική σύνθεση της πρόπολης

Η σύνθεση της πρόπολης διαφέρει, ανάλογα με την βοτανική και γεωγραφική της προέλευση καθώς και από την εποχή συλλογής της. Ωστόσο είναι εύκολο να αναγνωριστούν ορισμένα από τα 150 διαφορετικά συστατικά, όπως πολυφαινόλες (φλαβονοειδή, φαινολικά οξέα και οι εστέρες τους), τερπενοειδή, στεροειδή και αμινοξέα. Μερικές από τις βιολογικές της ιδιότητες που παρατηρούνται, πιθανόν να αποδίδονται σε χημικά συστατικά που έχουν ήδη ταυτοποιηθεί και σχετίζονται με την
υψηλή περιεκτικότητα της πρόπολης σε φλαβονοειδή.

Αξίζει να σημειωθεί η παρουσία πάνω από 40 φλαβονοειδών, αλειφατικών αρωματικών οξέων, φαινολικών στοιχείων, αρωματικών αλδεϋδών, αμινοξέων, σακχάρων και πολλών βιταμίνων.
Συγκεκριμένα, οι κύριες κατηγορίες ενώσεων που περιέχονται στη πρόπολη, ως ποσοστιαία αναλογία είναι τα ακόλουθα:

50 με 55% πολυφαινόλες (φλαβονοειδή και φαινολικά οξέα και εστέρες τους) 20 με 35% κηροί (ένα μίγμα από πράσινο κερί φυτικής προέλευσης, και το προστιθέμενο κερί των μελισσών) και λιπαρά οξέα 2 με 10% αιθέρια έλαια 5% γύρη (πρωτεΐνες και ελεύθερα αμινοξέα) 5% από άλλες, οργανικές ουσίες και ιχνοστοιχεία
 
Η πιο χαρακτηριστική χημική σύσταση πρόπολης είναι αυτή της "poplar" δηλαδή προερχόμενης από λεύκες, η οποία περιέχει κυρίως: πινοσεμπρίνη, πινομπανκσίνη και τον 3- Ο- αίθυλ-εστέρα της, χρυσίνη, γκαλαγκίνη, πρενυλιωμένους εστέρες του καφεϊκού και φερουλικά οξέα (Bankova, 2002). 

 

Πίνακας 2  Χημική σύνθεση πρόπολης

 
Σε όλους τους τύπους πρόπολης ως βασικές ουσίες ανευρίσκονται οξέα και ακόρεστες ενώσεις και η αναλογία τους μεταβάλλεται ανάλογα με την περιοχή, τη εποχή και τη φυλή της μέλισσας. Η μέθοδος προσδιορισμού της αναλογίας αυτής αποτελεί έλεγχο ποιότητας μέσω της οποίας είναι δυνατό να διαπιστωθούν τόσο οι περιπτώσεις νοθείας στη σύσταση όσο και μολυσματικές βλαβερές ουσίες για τον άνθρωπο (Januzzi, 1990; Januzzi, 1993).

 Οι κυριότερες ενώσεις, με πιθανό ενδιαφέρον σε θέματα υγείας, που έχουν ανιχνευθεί σήμερα στην πρόπολη είναι:
• Αμινοξέα: έχει ανιχνευθεί το πυρογλουταμινικό οξύ
• Αλειφατικά οξέα και εστέρες τους: έχουν ταυτοποιηθεί περίπου 22 οξέα (βουτυρικό οξύ, παλμιτικό οξύ, στεατικό οξύ, ελαϊκό οξύ, φουμαρικό οξύ, λινελαϊκό οξύ, ισοβουτυρικό οξύ, ακετοξικό οξύ, μυριστικό οξύ, λιγνοκερικό οξύκ.α.). Τα μεγάλης ανθρακικής αλυσίδας προέρχονται από το κερί ενώ τα μικρής αλυσίδας και οι εστέρες τους από τη ρητίνη.
• Αρωματικά οξέα και οι εστέρες τους: ανιχνεύθηκαν πάνω από 40 ενώσεις οι οποίες περιέχονται στις ρητίνες (βενζοϊκό οξύ, βανιλλικό οξύ, καφεϊκό οξύ, κουμαρικό οξύ, φερουλικό οξύ, κιναμμικό οξύ κ.α.). Αρκετά εμφανίζουν μυκητοκτόνες και βακτηριοκτόνες δράσεις.
• Αλκοόλες: ανιχνεύθηκαν οι υδροκινόνη, βενζυλική αλκοόλη, πρενυλική αλκοόλη, ισοβουτενόλη, φαιναιθύλ- αιθανόλη, α και β- γλυκεροφωσφατάση, γλυκερόλη, κινναμική αλκοόλη. Από αυτές, εκτός από τις α- και β- γλυκεροφωσφατάση που παράγεται από την μέλισσα και τη γλυκερόλη που περιέχεται στο κερί, όλες οι άλλες περιέχονται στις ρητίνες.
• Αλδεΰδες:οι p-υδρόξυβενζαλδεΰδη, βανιλλίνη, ισοβανιλλίνη περιέχονται στις ρητίνες.
• Φλαβανόλες: μαζί με τις φλαβόνες τους αποδίδονται αντιμικροβιακές ιδιότητες.

Ταυτοποιήθηκαν οι: πινοστρομπίνη, πινοσεμπρίνη, 3-Ο-αίθυλ-εστέρας της πινομπανκσίνης, πινομπανκσίνη, ναριγκενίνη κ.α.
• Φλαβόνες: ανιχνεύθηκαν οι ενώσεις τεκτοχρυσίνη, 7-4’- διμέθυλ- εστέρας της καμφερόλης, χρυσίνη, 3-μέθυλ- αιθέρας της γκαλαγκίνης, 7-μέθυλ-αιθέρας της απιγενίνης, γκαλαγκίνη, κερκετίνη, καμφερόλη, 3-μέθυλ- αιθέρας της καμφερόλης, κ.α. στις περισσότερες από αυτές αποδίδονται αντιμικροβιακές ιδιότητες.
• Υδρογονάνθρακες: βρέθηκαν υδρογονάνθρακες με περιττό αριθμό ανθράκων C21- C33. Οι C25 και C27 περιέχονται στις ρητίνες αλλά παράγονται και προστίθενται στη πρόπολη από τη μέλισσα.
 
• Κετόνες: έχουν ανιχνευθεί η ακετοφαινόνη και η p-ακετοφαινόλη.
• Τερπενοειδή και άλλα συστατικά: ανιχνεύθηκαν οι ενώσεις βενζόλιο, μέθυλο- κυκλοεξάνιο, αιθυλένιο, φαινυλ-εξανολακτόνη, 4-μενθάνιο, 1,8-επόξυ-ναφθαλένιο, αλκοόλες σεσκιτερπενίων κ.α.
• Βιταμίνες: βιταμίνες Β1 (θειαμίνη), Β5 (νικοτινικό οξύ) και προβιταμίνη Α.

 Η ποσοτική σύνθεση της πρόπολης παρουσιάζει μεγάλες διαφορές. Για παράδειγμα τα καφεϊκά οξέα και οι εστέρες τους, που παίζουν σημαντικό ρόλο στις αντιμικροβιακές και τις αλλεργικές ιδιότητες της πρόπολης συμμετέχουν κατά 20% στα διαλύματα πρόπολης που μαζεύονται από την περιοχή του ζωολογικού κήπου στην Οξφόρδη και μόνο κατά 2% στα διαλύματα που συλλέγονται από το Πανεπιστημιακό μουσείο της ίδιας πόλης που απέχει 400 μέτρα. Η ποσοτική διαφοροποίηση της
πρόπολης εξαρτάται από την περιοχή, την εποχή και τη φυλή της μέλισσας (Marucci, 1995).
Εξαιτίας γεωγραφικών διαφορών, δείγματα πρόπολης από την Ευρώπη, Νότια Αμερική και Βραζιλία έχουν διαφορετική χημική σύσταση. Η πρόπολη από την Ευρώπη και την Κίνα περιέχει κυρίως φλαβονοειδή και εστέρες φαινολικών οξέων (Bankova et al., 2000). Από την άλλη, τα κύρια συστατικά στη βραζιλιάνικης προέλευσης πρόπολη είναι τερπενοειδή και φαινολικά παράγωγα των p-κουμαρικών οξέων. Επίσης, ανάλογα με τη γεωγραφική περιοχή των δειγμάτων πρόπολης, παρουσιάζονται και διαφορετικές βιολογικές ιδιότητες. Οι Kujumgiev et al., (1999) ανέφεραν ότι τα δείγματα πρόπολης από διαφορετική προέλευση εκδηλώνουν διαφορετικά επίπεδα αντιμικροβιακής δράσης.

Οι Nieva Moreno et al. (2000) βρήκαν σημαντική συσχέτιση μεταξύ των ολικών φλαβονοειδών και της δράσης ενάντια στις ελεύθερες ρίζες σε εκχύλισμα πρόπολης από την Αργεντινή. Γενικά η σύσταση της πρόπολης σχετίζεται άμεσα με τις εκκρίσεις των βλαστών από τα διάφορα δέντρα, οι οποίες συλλέγονται από τα μελίσσια: από λεύκες (Populus spp.), βετούλια (Betula alba), οξιά (Fagus sylvatica), αγριοκαστανιά (Aesculus hippocastanum), σημύδα (Alnus glutinosa) και από διάφορα κωνοφόρα.

 Γενικές ιδιότητες της πρόπολης 

Η πρόπολη και ορισμένα από τα συστατικά της έχουν πολλές βιολογικές και φαρμακολογικές ιδιοτήτες. Οι βακτηριοστατικές ιδιότητές τους είναι πιθανώς ισοδύναμες με αυτές των αντιβιοτικών. Πράγματι, το επικάλυμμα της πρόπολης, που είναι πολύ λεπτό και καλύπτει το εσωτερικό του μελισσιού, έχει αποδειχτεί αρκετό για να εμποδίσει τη διάβρωση του ξύλου, για την οποία υπεύθυνο είναι το βακτήριο Bacillus larvae. Η μεγάλη περιεκτικότητα σε φλαβονοειδή και η αυξημένη συγκέντρωση σε αρωματικά συστατικά αποτελούν την βάση της αντιβακτηριακής δράσης της πρόπολης.
Οι αντιβακτηριακές και μυκητοκτόνες ουσίες που περιέχονται στην πρόπολη και δρούν επιλεκτικά, μπορούν να επιδρούν στα παθογόνα βακτήρια και τους τοξικούς μύκητες, χωρίς να είναι επιβλαβείς για τον ανθρώπινο οργανισμό. Έτσι, λοιπόν, δεν επηρεάζεται η φυσική μικροχλωρίδα του πεπτικού συστήματος του ανθρώπου. Επίσης δεν παρουσιάζει παρενέργειες (εκτός από σπάνιες περιπτώσεις αλλεργίας), και η χρησιμοποίησή της δεν οδηγεί σε εθισμό, δηλαδή σχηματισμό ανθεκτικών στελεχών. Επίσης ενισχύει, συνήθως, και την επίδραση των φαρμάκων Η πρόπολη μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία δερματοπάθειας, οιδήματος και τραυμάτων. Στην εικόνα 5. παρουσιάζεται η θεραπευτική επίδραση της πρόπολης σε βαθύ τραύμα μετά από 30 ημέρες νοσηλείας που εφάρμοσε ο ιατρός Franco Feraboli, στο νοσοκομείο της Cremona στο τμήμα Ορθοπεδικής και Τραυματολογίας.



Η πρόπολη παρεμποδίζει τη σήψη, γεγονός που εξηγεί την ταρίχευση των μικρών εισβολέων μετά από κάλυψή τους με αυτή. Τόσο οι αντικαρκινικές ιδιότητες, όσο και οι προστατευτικές δράσεις που εκδηλώνει η πρόπολη έναντι της πρόκληση καρδιαγγειακών νοσημάτων, αποδίδονται κυρίως στα φλαβονοειδή και στα άλλα φαινολικά συστατικά που περιέχει (Ahn et al., 2007).
Διαθέτει χαρακτηριστικά τοπικού αναισθητικού, χάρη στα αιθέρια έλαια, και είναι, σύμφωνα με ορισμένες μελέτες, 3 φορές ισχυρότερη από τα αναισθητικά Επουλώνει τις πληγές και βοηθάει στην ανάπλαση των ιστών (σχετικά με εγκαύματα δευτέρου βαθμού, εκζέματα κτλ). Είναι επίσης, πολύ αποτελεσματική στην διατήρηση της υγιεινής της στοματικής κοιλότητας, υπό μορφή οδοντοπλυμμάτων, όπου καταπολεμά τις διάφορες λοιμώξεις και την κακοσμία. Βοηθάει στη θεραπεία κρυολογημάτων, πονόλαιμων, χρόνιων φαρυγγίτιδων, άφθων, γαστρεντερίτιδας,
κολίτιδας.
Παρέχει επίσης προστασία από τις βιολογικές συνέπειες της ραδιενέργειας, και είναι δραστική στις παθήσεις του ουροποιητικού συστήματος και του προστάτη, σε ανωμαλίες του ενδοκρινικού συστήματος και σε τοπικούς πόνους όπως για παράδειγμα ο πονόδοντος. Σε πειράματα που έγιναν σε ζώα η πρόπολη δεν προκάλεσε καρκινογένεση αντίθετα μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις προκάλεσε συρρίκνωση του όγκου. Όλοι οι τύποι πρόπολης έχουν την ιδιότητα να ενεργοποιούν το ανοσοποιητικό σύστημα. Αναφέρεται επίσης ότι η πρόπολη είναι φυτο-αναστολέας, παρεμποδίζοντας έτσι το φύτρωμα (Januzzi, 1990; Januzzi, 1993)

Στις ενότητες που ακολουθούν περιγράφονται αναλυτικά οι θεραπευτικές ιδιότητες της πρόπολης

Αντιβακτηριακή δράση της πρόπολης

Η πρόπολη καταπολεμά μεγάλο φάσμα βακτηρίων. Η παράλληλη χορήγηση της πρόπολης με τα αντιβιοτικά, μειώνει τις βλάβες, που προκαλούν τα τελευταία στον οργανισμό. Μέσω της προσθήκης αιθανολικού διαλύματος πρόπολης σε γνωστά αντιβιοτικά, βρέθηκε δραστική αύξηση της αντιμικροβιακής δράσης της αμπικιλλίνης, της γενταμυκίνης και της στρεπτομυκίνης, καθώς και μέτρια αύξηση στη δραστικότητα της χλωραμφενικόλης, του ceftriaxon και της βανσομυκίνης (Scazzocchio et al., in press). Η πρόπολη είναι δραστική έναντι των ειδών των γενών Staphylococcus και Streptococcus, που είναι υπεύθυνα για μολύνσεις της στοματικής κοιλότητας.

Η αντιμικροβιακή δράση της πρόπολης, οφείλεται στα περιεχόμενα συστατικά της που εξαρτώνται από τη χημική της σύνθεση και μπορεί να διαφέρει ανάλογα με την περιοχή και την εποχή. Τα κύρια συστατικά τα οποία εκδηλώνουν αντιμικροβιακές ιδιότητες είναι τα φλαβονοειδή, το κινναμικό οξύ, ορισμένα αρωματικά συστατικά και οι εστέρες φαινολικών οξέων. Οι Kujumgiev et al., (1999) βρήκαν ότι η πρόπολη από τροπικές περιοχές αν και δεν περιέχει τα αναφερόμενα συστατικά, παρόλα αυτά επέδειξε παρόμοια αντιμικροβιακή δράση και ως εκ τούτου υποδηλώνεται ότι είναι απαραίτητος ο συνδυασμός των περιεχόμενων συστατικών. Από την άλλη οι Kedzia et al., (1990), αναφέρουν ότι ο μηχανισμός με τον οποίο εκδηλώνεται η αντιμικροβιακή δράση της πρόπολης είναι περίπλοκος και μπορεί να αποδοθεί στη συνέργεια των υδρόξυ-οξέων των φλαβονοειδών και των σεσκιτερπενίων. Η θερμοκρασία και η ενεργός οξύτητα (pH) επηρεάζουν σημαντικά την αντιμικροβιακή δράση του αιθανολικού εκχυλίσματος πρόπολης έναντι του S. aureus, με την ισχυρότερη επίδραση να εκδηλώνεται σε pH 5,0 και σε θερμοκρασία 37°C. Μέσω της μελέτης των αποτελεσμάτων εξάγεται το
συμπέρασμα ότι το αιθανολικό εκχύλισμα πρόπολης μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως φυσικό συντηρητικό. Οι μηχανισμοί που προκαλούν το θάνατο των βακτηρίων δεν έχουν πλήρως κατανοηθεί, αλλά Ιάπωνες ερευνητές έδειξαν ότι η πρόπολη μπορεί και αναστέλλει τη μικροβιακή ανάπτυξη, προκαλώντας τη ρήξη της κυτταρικής μεμβράνης του βακτηριδίου και εμποδίζοντας με αυτό τον τρόπο τη διαίρεση-πολλαπλασιασμό του κυττάρου. (Lu et al., 2007).

Μερικοί ερευνητές αναφέρουν ότι το μονοξείδιο του αζώτου (NO) είναι σημαντικός παράγοντας ελέγχου μικροβιακών μολύνσεων. Έχει παρατηρηθεί επίσης ότι η ανάπτυξη της Salmonella παρεμποδίζεται μέσω της in vitro παραγωγής NO. Έχει αναφερθεί ότι η πρόπολη με προέλευση από τη Βραζιλία είναι περισσότερο αποτελεσματική ως προς την παραγωγή NO, σε σχέση με πρόπολη από τη Βουλγαρία (Orsia et al., 2005).

Μέσω μελέτης των συστατικών δείγματος Ελληνικής πρόπολη από Πρέβεζα, οι:
7-O-πρένυλ-στρομπονίνη, 7-O-πρένυλ-πινοσεμπρίνη, πινοσεμπρίνη και χρυσίνη βρέθηκε ότι επιδεικνύουν ισχυρή αντιμικροβιακή δράση. Η πινοσεμπρίνη έδειξε να έχει την ισχυρότερη δράση έναντι των παθογόνων S. mutans και S. viridans (Melliou & Chinou, 2004).

Αντιμυκητιακή δράση της πρόπολης

Η πρόπολη αποδεικνύεται αποτελεσματική εναντίον των προσβολών της επιδερμίδας από παθογόνους μύκητες. Στη δερματολογία και στην κοσμετολογία, εξασφαλίζει τη λάμψη και τη στιλπνότητα του δέρματος, μειώνοντας τη συγκέντρωση των μυκήτων του γένους Candida και Microsporum. Φαίνεται ότι η πρόπολη ενεργοποιεί το ανοσοποιητικό σύστημα που παράγει μεγαλύτερο αριθμό μακροφάγων, απαραιτήτων για την εξολόθρευση των μυκήτων και των βακτηρίων (Januzzi, 1993).

Μια μελέτη στην οποία χρησιμοποιήθηκε 1) πρόπολη από την Τουρκία με φυτική προέλευση από πεύκο (Pinus spp.), 2) πρόπολη από μέλι μελισσών (Apis mellifera) το οποίο συλλέχθηκε από την Κεμαλπάσα (δυτικά της Ανατολίας), 3) σκόνη πρόπολης (Sigma, Germany) (P-8904), 4) πρόπολη από την Αυστραλία: Nature's Goodness Narellean, Australia και 5) πρόπολη από τις ΗΠΑ: GloryBee Foods, Inc., OR, USA, αποδείχτηκαν αποτελεσματικά ως διαλύματα, σε χαμηλές συγκεντρώσεις στην
παρεμπόδιση της δράσης των Candida albicans, Candida parapsilosis και Candida krusei. Τα διαλύματα αυτά δεν προκάλεσαν τοξικότητα, μετά από χορήγηση, στους ινοβλάστες της στοματικής κοιλότητας. Το συμπέρασμα που προκύπτει, είναι ότι η πρόπολη μπορεί να θεωρηθεί φυσικό προϊόν με ισχυρή αντιμυκητισιακή δράση (Kirilmazb et al., 2005).

Σε Ελληνική πρόπολη από την Πρέβεζα, βρέθηκε ότι η χρυσίνη η οποία είναι γνωστή για την αντιφλεγμονώδη της δράση, έδειξε ισχυρή δράση έναντι παθογόνων μυκήτων (όπως P. aeruginosa) (Melliou & Chinou, 2004).

Αντιπαρασιτική δράση της πρόπολης

Η πρόπολη είναι αποτελεσματική και στην αναστολή των παρασίτων, όπως Τριχομονάδες, Τρυπανοσώματα κτλ. Η αντιπαρασιτική της δράση οφείλεται στην αναστολή της πρωτεϊνοσύνθεσης.
Έχει αναφερθεί η μελέτη των αντιπαρασιτικών ιδιοτήτων της πρόπολης έναντι των: Trypanosoma cruzi, Trichomonas vaginalis και του κοκκίτη. Σε μια κλινική μελέτ καταγράφηκε η δράση της κατά των παρασίτων του γένους Giardia και η in vitro παρεμπόδιση της ανάπτυξης των G. duodenalis trophozoites (Freitas et al., 2006). 

Αντιϊική δράση της πρόπολης

Τα βιοφλαβονοειδή που περιέχονται στη πρόπολη παρουσιάζουν και αντιϊική δράση, μέσω του εγκλεισμού τους στο πρωτεϊνικό τους κάλυμμα, αντί της συμβατικής τους αντιμετώπισης αφού έχουν ήδη επιμολύνει το κύτταρο-ξενιστή. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση της μόλυνσης και την καταστροφή του DNA/RNA του ιού. Στην εκδήλωση της αντιϊικής δράσης της πρόπολης, μπορεί να εμπλέκονται και άλλα συστατικά όπως το καφεϊκό οξύ και οι εστέρες του Ο μηχανισμός με τον οποίο η πρόπολη εκδηλώνει τις αντιϊικές τις ιδιότητες στα CD4+ λεμφοκύτταρα, έχει αναφερθεί ότι αφορά στην παρεμπόδιση της εισόδου του ιού

     Αν και η πρόπολη εμφανίζει επιπρόσθετες αντιϊκές επιδράσεις στη δράση του αναστολέα της ανάστροφης τρανσκριπτάσης, ζιδοβουζίνης, δεν έχει αναφερθεί οποιαδήποτε εμφανής επίδραση στον αναστολέα της πρωτεάσης ιντιναβίρης. Συμπεραίνεται ότι χρειάζεται να γίνουν περισσότερες έρευνες (κλινικές δοκιμές), ώστε να διαπιστωθεί η συνεισφορά της πρόπολης ή των περιεχόμενων συστατικών της στη θεραπεία της HIV-1 λοίμωξης (Gekker et al., 2005).
Αναφέρεται επίσης ότι η πρόπολη εξαιτίας της αντιϊικής της δράσης, δρα προφυλακτικώς στη γρίπη, την ηπατίτιδα Β και τον έρπητα ζωστήρα. Οι Serkedjieva et al. (1992) έδειξαν ότι ο φερουλικός ισοπεντυλ-εστέρας ανέστειλε την μολυσματική δράση του ιού της γρίπης virus A/Hong Kong (H3N2). Οι Debiaggi et al. (1990) εξέτασαν τη δράση διαφόρων φλαβονοειδών που ανευρίσκονται στη πρόπολη (ακακετίνη, καμφερόλη, χρυσίνη, κερκετίνη και γκαλαγκίνη). Δυο από αυτά, η χρυσίνη και η
καμφερόλη, είχαν ισχυρή ανασταλτική δράση εμποδίζοντας τον πολλαπλασιασμό διαφόρων τύπων ερπητοϊών, αδενοϊών και ενός ροταϊού. Αναφέρεται επίσης ότι η ακακετίνη και η γκαλαγκίνη δεν εκδήλωσαν ισχυρή αντιϊκή δράση, ενώ η κερκετίνη ήταν η λιγότερο αποτελεσματική.

Έχει αναφερθεί ότι η πρόπολη μπορεί να επιδείξει ισχυρότερη δράση στην θεραπεία του έρπητα γεννητικών οργάνων, από ότι η αντιϊκή φαρμακευτική αγωγή με ακυκλοβίρη και υπάρχει αυξανόμενο ενδιαφέρον για τη χρησιμοποίηση της πρόπολης στη θεραπεία του HIV (De Clercq, 2000).

Η πρόπολη επίσης επιδρά ως ανοσοδιεγερτική ουσία μέσω μεταβολής της οδού
παραγωγής και απελευθέρωσης των κυτοκινών (χημικοί διαβιβαστές που επιτρέπουν την
επικοινωνία των ανοσοκυττάρων). Μέσω της μεταβολής του συστήματος των κυτοκινών,
διεγείρεται το ανοσοποιητικό σύστημα ώστε τα αντιγόνα να μπορούν να δράσουν άμεσα
και αποτελεσματικά. Επίσης τα βιοφλαβονοειδή διεγείρουν την παραγωγή ιντερφερονών.
Αυτή η μεταβολή στα συστήματα των κυτοκινών και ιντερφερονών έχει ως αποτέλεσμα
την αντιμετώπιση ασθενειών και τη διατήρηση της υγείας του οργανισμού, μέσω της
χρησιμοποίησης της πρόπολης ως συμπλήρωμα διατροφής για πρόληψη ασθενειών
(Vynograd et al., 2000; De Clercq, 2000).
 
Η πρόπολη επίσης επιδρά ως ανοσοδιεγερτική ουσία μέσω μεταβολής της οδού παραγωγής και απελευθέρωσης των κυτοκινών (χημικοί διαβιβαστές που επιτρέπουν την επικοινωνία των ανοσοκυττάρων). Μέσω της μεταβολής του συστήματος των κυτοκινών, διεγείρεται το ανοσοποιητικό σύστημα ώστε τα αντιγόνα να μπορούν να δράσουν άμεσα και αποτελεσματικά. Επίσης τα βιοφλαβονοειδή διεγείρουν την παραγωγή ιντερφερονών. Αυτή η μεταβολή στα συστήματα των κυτοκινών και ιντερφερονών έχει ως αποτέλεσμα την αντιμετώπιση ασθενειών και τη διατήρηση της υγείας του οργανισμού, μέσω της χρησιμοποίησης της πρόπολης ως συμπλήρωμα διατροφής για πρόληψη ασθενειών (Vynograd et al., 2000; De Clercq, 2000).

Αντιοξειδωτική δράση της πρόπολης

Λαμβάνοντας υπόψη τις βιολογικές δράσεις της πρόπολης, αξίζει να επικεντρωθούμε ιδιαίτερα στις αντιοξειδωτικές ιδιότητες που εκδηλώνει, μέσω των οποίων αναφέρεται ότι μπορεί να προστατεύσει ή και να θεραπεύσει βλάβες που εμφανίζονται στο δέρμα μέσω της επίδρασης των ελευθέρων ριζών (Reactive Oxygen Species, ROS). Το δέρμα βρίσκεται σε συνεχή έκθεση στις ελεύθερες ρίζες οι οποίες παράγονται μέσω της εξελικτικής διαδικασίας γήρανσης καθώς και μέσω εξωτερικών
ερεθισμάτων όπως ιονίζουσας και υπεριώδους ακτινοβολίας. Είναι ευρέως γνωστό ότι η ηλιακή ακτινοβολία, σε συνδυασμό με άφθονη παροχή οξυγόνου (το οποίο μεταβολίζεται σε ROS), προκαλεί ανεπιθύμητες και επιβλαβείς επιπτώσεις στο δέρμα μέσω του οξειδωτικού στρες (ανισορροπία µεταξύ οξειδωτικών και αντιοξειδωτικών ουσιών σε βάρος των δεύτερων), καθιστώντας τα ενδογενή αντιοξειδωτικά συστήματα ανεπαρκή. Επομένως, η ανάπτυξη ενός σκευάσματος για τοπική χρήση που να περιλαμβάνει εκχύλισμα πρόπολης θεωρείται απόλυτα δικαιολογημένη και χρηστική. Ο μηχανισμός με τον οποίο μπορεί να εκδηλώσει τη δραστικότητά του ένα φαρμακευτικο σκεύασμα, το οποίο εφαρμόζεται τοπικά στο δέρμα, αναφέρεται ότι επιτυγχάνεται μέσω της απελευθέρωσης ενός δραστικού παράγοντα από το μόριο φορέα, πριν έρθει σε επαφή με την επιδερμική επιφάνεια και μέσω της διείσδυσης στο κερατινώδες και τα κατώτερα στρώματα της επιδερμίδας. Στην πρόπολη υπάρχουν μεγάλες ποσότητες συστατικών τα οποία μπορούν να απελευθερωθούν από το παρασκεύασμα (Marquele et al., 2006).

 Αντικαρκινικές ιδιότητες

Η πρόπολη και τα περιεχόμενα φλαβονοειδή της, έχουν αναφερθεί ότι εκδηλώνουν αντικαρκινικές ιδιότητες τόσο in vitro όσο και in vivo. Δείγμα πρόπολης με προέλευση από την Ολλανδία, βρέθηκε ότι αναστέλλει τον πολλαπλασιασμό καρκινικών κυττάρων. Οι Banskota et al., (1998) απομόνωσαν από το δείγμα αυτό τα ενεργά συστατικά: φαιναιθυλ-εστέρα του καφεϊκού οξέος (CAPE) και 2 εστέρες γλυκερόλης με παράγωγα του κινναμικού οξέος.
Επίσης οι Usia et al. (2002) απομόνωσαν από Κινέζικη πρόπολη ένα αριθμό συστατικών, υπεύθυνων για την αναστολή πολλαπλασιασμού ογκοκυττάρων. Τα περισσότερα από αυτά είναι γνωστά ως συστατικά ‘poplar propolis’ δηλ. συστατικά πρόπολης από λεύκα και μεταξύ αυτών υπήρχαν 2 νέα φλαβονοειδή η 2-μέθυλ- βουτυρόυλ-πινομπανκσίνη και η 6-κινναμυλ-χρυσίνη.
Έχει αναφερθεί ότι το CAPE είναι κυτταροτοξικό ως προς τα καρκινικά κύτταρα και τα μεταλλαγμένα από ιό κύτταρα αλλά μη- κυταροτοξικό ως προς τα φυσιολογικά κύτταρα μέσω δοκιμών σε CD-1 and SENCAR ποντικών (Banskota et al., 1998).
Ένα νέο πρενυλιωμένο παράγωγο του χρωμανίου, απομονώθηκε από τροπική πρόπολη με προέλευση τη Βραζιλία, ενώ βρέθηκαν και 22 γνωστές ενώσεις. Εξετάστηκαν όλα τα περιεχόμενα συστατικά ως προς την κυτταροτοξικότητά τους έναντι στο ανθρώπινο HT-1080 ινοσάρκωμα και στο καρκίνωμα του παχέος εντέρου, σε 26-L5 τρωκτικά. Τα απομονωμένα συστατικά που εκδήλωσαν πιθανή κυτταροτοξικότητα ήταν η betuletol, το kaempferide και η ερμανίνη, τα οποία είχαν τιμές ΕD50 μικρότερη ή ίση με 10 μg/mL. (Banskota et al., 1998).
Η πρόπολη καθώς και το συστατικό της CAPE, έχει αναφερθεί ότι επιδεικνύουν αντικαρκινικές δράσεις, μέσω συρρίκνωσης των όγκων και επιλεκτικά καταστρέφουν και παρεμποδίζουν τον πολλαπλασιασμό των κακοήθων κυττάρων διαφόρων τύπων καρκίνου. Ο Costas Koumenis, που ηγείται μια έρευνα με στόχο την διερεύνηση της αντικαρκινικής δράσης της πρόπολης, αναφέρει ότι μια από τις σημαντικότερες ιδιότητες που εκδηλώνουν οι ενώσεις αυτές είναι η καταστροφή των καρκινικών κυττάρων και όχι των φυσιολογικών.
Η γαστρική χορήγηση πρόπολης (160 mg/kg ΣΒ), 2 ώρες πριν την ενδοπεριτοναϊκή έγχυση καρκινικών κυττάρων από καρκίνωμα Ehrlich (Ehrlich Αscitis Carcinoma, EAC), είχε ως αποτέλεσμα την αναστολή της ανάπτυξης του όγκου. Το μέγεθος του όγκου μειώθηκε σημαντικά από 7±0.9 ml στα ποντίκια τα οποία είχαν επιμολυνθεί με EAC, σε 1.6±0.95 ml στα ποντίκια στα οποία είχε χορηγηθεί πρόπολη ως θεραπευτικός παράγοντας. Επίσης μειώθηκαν και τα επίπεδα υπεροξειδίων, τα οποία είχαν προσδιοριστεί μέσω μέτρησης της παραγωγής μαλονδιαλδεΰδης (MDA) και ήταν 13.3±1.24 nmol MDA/mg πρωτεΐνης στα επιμολυσμένα ποντίκια, τα οποία μειώθηκαν σημαντικά στα 3.3±2.1 nmol MDA/mg πρωτεΐνης. Η αντικαρκινική δράση της πρόπολης συνοδεύτηκε και από αύξηση στην αντιοξειδωτικη ικανότητα. Στα ποντίκια στα οποία είχε χορηγηθεί πρόπολη παρατηρήθηκε αύξηση των μειωμένων επιπέδων γλουταθειόνης (GSH) και της S-τρανσφεράση της γλουταθεΐνης (GST). Η επίδραση αυτή συσχετίστηκε με την αναστολή του πολλαπλασιασμού των καρκινικών κυττάρων και την επαγωγή απόπτωσης, που προάγεται από την πρόπολη. Αναφέρεται, επίσης ότι η χορήγηση αυτή είχε ως αποτέλεσμα την παραμονή των καρκινικών κυττάρων στην φάση G0/G1 και τελικά οδήγησε σε μείωση στη βιωσιμότητα των κυττάρων, του DNA, του ολικού RNA και των επιπέδων πρωτεΐνης των καρκινικών κυττάρων (El-khawaga et al., 2003). Τα αποτελέσματα αυτά συμφωνούν και με προηγούμενα ευρήματα των Yellin et al., (1994), Sharma et al., (1997) και Kimoto et al., (2000).
Ακόμη μια μελέτη που αφορούσε στη χρησιμοποίηση υδατικού εκχυλίσματος πρόπολης (WSDP) από την Κροατία και τη Βραζιλία, καθώς και συγκεκριμένων συστατικών που περιέχονται στο εκχύλισμα αυτό, όπως καφεϊκό οξύ, κερκετίνη, χρυσίνη και ναριγκενίνη, είχε ως στόχο τη διερεύνηση της επίδρασης της ενδογαστρικής χορήγησης τους, στην ανάπτυξη του καρκινώματος Ehrlich (Ehrlich Αscites Τumor - EAT) σε ποντίκια Τα συστατικά αυτά χορηγήθηκαν 2 h πριν από την ενδοπεριτοναϊκή έγχυση του EAT σε αναλογία 50 mg/ kg σε 2 × 106 κύτταρα Παρατηρήθηκε ότι τόσο το υδατικό εκχύλισμα πρόπολης, όσο και τα περιεχόμενα συστατικά του, ανέστειλαν αποτελεσματικά την ανάπτυξη όγκου και τον πολλαπλασιασμό του EAT, όταν χορηγήθηκαν στα πειραματόζωα. Επίσης παρατηρήθηκε μείωση στον όγκο του ασκητικού υγρού καθώς και στον ολικό αριθμό των κυττάρων που βρίσκονταν στην περιτοναϊκή κοιλότητα. Η χορήγηση των συστατικών αυτών είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση του αριθμού των πολυμορφοπύρηνων κυττάρων (PMN) και μείωση του αριθμού των μακροφάγων στην περιτοναϊκή κοιλότητα των πειραματόζωων. Οι αντικαρκινικές επιδράσεις του υδατικού εκχυλίσματος πρόπολης αποδείχθηκαν σημαντικότερες, υποδεικνύοντας ότι τα συστατικά που περιέχονται στη πρόπολη δρουν συνεργιστικά (Oršolić & Bašić, 2005).
Επουλωτική δράση της πρόπολης
Η πρόπολη επιταχύνει την επούλωση των κατεστραμμένων ιστών, επίδραση που οφείλεται κυρίως στα περιεχόμενα αιθέρια έλαια. Μελέτες έχουν αποδείξει την προστατευτική δράση της πρόπολης στους ιστούς, που έχουν υποβληθεί σε ραδιενέργεια. Η αντιοξειδωτική δράση της πρόπολης έχει μεγάλη επίδραση στην αναγέννηση κατεστραμένων κυττάρων, η οποία οφείλεται στα φλαβονοειδή που περιέχει και τα οποία δεσμεύουν τις ελεύθερες ρίζες οξυγόνου (Marquele et al., 2006).

 
Ηπατοπροστατευτική δράση πρόπολης …………
Αναισθητική δράση της πρόπολης …………….
Αντιφλεγμονώδης δράση της πρόπολης ………..
Η δράση της πρόπολης στο Σακχαρώδη Διαβήτη ………..

Αλλεργικά φαινόμενα
Η πρόπολη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή, εάν υπάρχει ένδειξη αλλεργικής αντίδρασης. Ο αριθμός των αλλεργικών ατόμων στην πρόπολη είναι 1 στους 2000. Στην επιδερμίδα αυτό φαίνεται με την εμφάνιση κόκκινων κηλίδων εκεί όπου η είναι λεπτή ή/και ευαίσθητη. Βέβαια οι κηλίδες αυτές εξαφανίζονται μέσα σε μερικές μέρες. Όταν γίνεται εσωτερική χρήση της πρόπολης η εμφάνιση αλλεργικής αντίδρασης είναι πιο σπάνια. Σ’ αυτή την περίπτωση εμφανίζονται μικρές κόκκινες κηλίδες στο στήθος και μια ελαφρά φαγούρα. Για τους παραπάνω λόγους, η πρόπολη θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε μικρές συγκεντρώσεις στην αρχή και σε μεγαλύτερες αργότερα (Januzzi, 1990; Januzzi, 1993).
 Χρήσεις της πρόπολης στην Ιατρική
Γενικά η πρόπολη χρησιμοποιείται στους κλάδους:

Δερματολογία: βακτηριακές και μυκητιακές λοιμώξεις,τραύματα, εγκαύματα, έλκη, ψωρίαση, έκζεμα
 Ωτορινολαρυγγολογία:
 Στοματολογία: καταπολέμηση ουλίτιδας, στοματίτιδας
Γαστεντερολογία: παράσιτα
Ρευματολογία
Μετεγχειρητικά προβλήματα
Ουρολογία: προστάτης, υπερπλασία, λοιμώξεις ουροποιητικού. Η πρόπολη κυκλοφορεί σε ορισμένες Ευρωπαϊκές χώρες, ως φαρμακευτικό παρασκεύασμα για την καταπολέμηση της υπερπλασία του προστάτη (Pereira et al., 2002).
 
Στον Πίνακα 8 παρατίθενται οι κυριότερες εφαρμογές της πρόπολης στην καταπολέμηση
διαφόρων ασθενειών.




Αναφέρεται ότι η πολύπλοκη χημική σύσταση της πρόπολης αποτελεί επιθυμητό χαρακτηριστικό ως προς την συνεργιστική δράση των περιεχόμενων συστατικών, έναντι των μικροοργανισμών. Επομένως, η πρόπολη θα πρέπει να θεωρείται μια σύνθετη φυσική πηγή για τον έλεγχο και την αναστολή της δράσης των μικροοργανισμών, παρά ως ουσία που περιέχει αντιμικροβιακά συστατικά. Από αυτή τη σκοπιά, ικανοποιούνται οι προσδοκίες μιας μερίδας του καταναλωτικού κοινού που αναζητά εναλλακτικές και φυσικές μεθόδους θεραπείας και διατροφής (Salatino et al., 2005).


Η πλήρεις μεταπτυχιακή διατριβή, εδώ

2 σχόλια:

  1. ΜΠΡΑΒΟ ΜΠΡΑΒΟ ΜΠΡΑΒΟ!!!!!!!!
    Μένω άφωνος για την δουλειά που έκανε αλλά και για τα τόσα της πρόπολης.
    Τρέχω να την κάνω βιβλιοδεσία.
    Και πάλι χίλια μπράβο είναι λίγα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Πράγματι Θεοδόση ειναι Α Ρ Ι Σ Τ Η εργασία. Πιστευώ οτι εχεις δεί όλη την εργασία της με τα εργαστηριακά αποτελέσματα.Όντως χίλια μπράβο είναι λίγα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή