Πέμπτη 21 Οκτωβρίου 2010

*. Πρόπολη. Η ιστορία ενός φυσικού αντιβιωτικού.-


ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΠΡΟΠΟΛΗΣ

Η πρόπολη είναι γνωστή από τους αρχαίους χρόνους. Η πρωιμότερη απεικόνιση συλλογής μελιού. Το πρωτότυπο του είναι ζωγραφισμένο στο σπήλαιο LAS ARANAS της Βαλέντσια στην Ισπανία και αποτελεί την αρχαιότερη μέχρι σήμερα μαρτυρία της γνωριμίας του ανθρώπου με τη μέλισσα (ηλικίας 40.000 ετών). Με εκείνη την απίθανη καλλιτεχνική δύναμη και την περιεκτική λιτότητα της παλαιολιθικής εποχής, απεικονίζει 1 άνθρωπο (γυναίκα) σκαρφαλωμένο να προσπαθεί να συλλέξει τους καρπούς της κυψέλης ενώ γύρω του πετούν μέλισσες. Είναι πράγματι ένα συγκλονιστικό ντοκουμέντο, ο άνθρωπος με τη μέλισσα σε μία αναλλοίωτη μέσα στο χρόνο κατάκτηση του χώρου και του ρόλου του.
Οι Έλληνες, οι Πέρσες, οι Ρωμαίοι, οι Αιγύπτιοι, οι ΄Αραβες και οι Ίνκας τη χρησιμοποιούσαν για τις βιολογικές της ιδιότητες. (Στις παλιές γραφές ονομάζονταν μαύρο κερί).

Για τους Αιγυπτίους, η μέλισσα είχε μεγάλη θρησκευτική σημασία και συμβόλιζε τη γενναιότητα, ενώ την πρόπολη τη χρησιμοποιούσαν για θεραπείες οι ιερείς, για μεγάλη ποικιλία ασθενειών, καθώς επίσης και στην ταρίχευση πτωμάτων. Οι περιβόητες μούμιες που υπάρχουν και θαυμάζουμε μέχρι σήμερα στα διάφορα μουσεία, οφείλουν το μεγάλο βαθμό διατηρησιμότητας τους σε διάφορα παρασκευάσματα με βάση την πρόπολη. Έχει απεικονιστεί σε βάζα, υπάρχει μοτίβο σε κοσμήματα. (5η δυναστεία 2400πΧ απεικονίζεται η συλλογή, το φιλτράρισμα και η αποθήκευση του μελιού). – Τοιχογραφία από τον τάφο του ΠΑΒΕΣΑ στις Αιγυπτιακές Θήβες. Oι γυναίκες της βασιλικής ακολουθίας χρησιμοποιούσαν την πρόπολη ανακατεύοντας την με γάλα, για την παρασκευή διαλυμάτων ομορφιάς.

EΣτη μινωική εποχή η μέλισσα συμβόλιζε τη γονιμότητα με το γνωστό σήμα της μέλισσας των Μαλλίων. Οι πινακίδες της γραμμικής γραφής του συστήματος Β στη Κνωσό.
Ο Ιπποκράτης συνιστά την επάλειψη της πρόπολης για την επούλωση των πληγών.
Ο Δημόκριτος ισχυρίζεται ότι η μακροζωία και η υγεία οφείλονται στην κατανάλωση των προϊόντων της μέλισσας και δη της πρόπολης,
Στην ανάβαση (4ο βιβλίο του Ξενοφώντα) υπάρχουν περιγραφές για την κυψέλη, τη βασίλισσα την πρόπολη και τη μέλισσα.
Ο Αριστοτέλης ο πρώτος μελισσολόγος ερευνητής περιγράφει τον 3ο αιώνα π.Χ. στο σύγγραμμα του «περί ζώων μορίων» τη μελισσοκομική επιστήμη και υμνεί τη ποιότητα των προϊόντων της μέλισσας. Τα κείμενα του αποτέλεσαν τη βασική πηγή γνώσεως για μεταγενέστερους συγγραφείς (Έλληνες Ρωμαίους και Αραβες).
Η μέλισσα ήταν σύμβολο της Εφέσου, αποτυπωμένη στα νομίσματα της εποχής της ακμής της. Ο Πλίνιος (Ρωμαίος ιστορικός και συγγραφέας της επιστημονικής εγκυκλοπαίδειας) στο βιβλίο του « φυσική ιστορία» αναφέρει την πρόπολη ως ακριβότερη από το μέλι. Στη Ρώμη όπου υπήρχε μια ολόκληρη κουλτούρα ήταν αφιερωμένη στη μέλισσα και τα προϊόντα της. Κάθε Ρωμαίος λεγεωνάριος την είχε μαζί του κατά τη διάρκεια των στρατιωτικών του εκστρατειών. Ο διάσημος ιατροφιλόσοφος Αβικέννας (11ος αιώνας) είχε παρατηρήσει ότι η πρόπολη δρα αποτελεσματικά στα τραυματισμούς από βέλη τόξων .

Ανάλογες χρήσεις της πρόπολης συναντώνται στην ιατρική ιστορία πολλών λαών. Οι πέρσες τη χρησιμοποιούσαν ως μία ρητίνη με την ιδιότητα να βοηθά στην εξαγωγή (aspulsione) αγκαθιών και επούλωσης πληγών από βέλη. Ονομάζονταν muryay, μια ουσία μαύρη με γεύση πικρή παρόμοια του κεριού. Στο Κοράνιο η πρόπολη της οποίας το όνομα είναι Kitharpiske αναφέρεται ως «ουσία με διάφορα χρώματα και πολύ χρήσιμη στην ιατρική».

ΙΟι Ίνκας τη χρησιμοποιούσαν στη θεραπεία του πυρετού.

ΑΓΥπάρχουν χαρακτηριστικές αναφορές των εκκλησιαστικών συγγραφέων για τη μέλισσα. Η Αγία γραφή, το ωραιότερο βιβλίο των Χριστιανών, και το πιο διαδεδομένο περιλαμβάνει σημαντικές αναφορές στη μέλισσα και τα προϊόντα της. Άπειρες είναι οι μελισσοκομικές καταγραφές από την υμνολογία της εκκλησίας. Η μέλισσα συμβολίζει την εργατικότητα και τα προϊόντα της τη γλυκύτερη και αγνότερη προσφορά της φύσης.
Στην παλαιά διαθήκη (Ιερεμίας 8:22 Ιεζεκιήλ 8:11) αναφέρεται ως «βάλσαμο της gilead» (Αρχαία τοποθεσία ανατολικά του Ιορδάνη ποταμού).

ΒΥΚατά τη Βυζαντινή περίοδο οι αναφορές είναι άπειρες. Από την άγρια φύση και την εγκαταλελειμμένη χώρα στην καταφύτευση και δημιουργία παραδείσων, με αμπελώνες περιβόλια και μετόχια, από την ερημιά στο μελισσουργό και κηριανόν. Είναι περίπου το σημαντικότερο πέρασμα από τους σκοτεινούς χρόνους της ανασφάλειας του 7ου και 8ου αιώνα στην επανάκαμψη του 9ου και 10ου αιώνα. Έτσι, τον 11ο αιώνα μπορούμε να μιλούμε για μελιττοτροφία. Η ευρεία παραγωγή θα βρει τη νομική υποστήριξη και θα επισύρει φορολογικές επιβαρύνσεις. Στα μέσα του 12ου αιώνα (1152) έχουμε μαρτυρίες για πρώτη φορά για το μελισσοεννόμιον –πρόπολη.
Υπάρχουν χαρακτηριστικές αναφορές των εκκλησιαστικών συγγραφέων για τη μέλισσα. Είναι γνωστή η Βυζαντινή μελινυμία και ο μελίκρατος πότος και γενικά οι αντιλήψεις για τη χρήση των μελισσοκομικών προϊόντων στο Βυζάντιο.

ΜΣτο μεσαίωνα την πρόπολη την χρησιμοποιούσαν για απολύμανση του ομφαλού των νεογέννητων και ως φάρμακο κατά των στοματικών προσβολών.
Στη Γεωργιανή και Καυκάσια ιατρική του 12ου αιώνα χρησιμοποιείτο για τη θεραπεία των χαλασμένων δοντιών αναμειγμένη με άλλες ουσίες όπως λάδι ελιάς, μέλι κλπ.

17Στη Γαλλία συναντούμε τη χρήση της πρόπολης για τη θεραπεία των πληγών μέχρι τον 18ο αιώνα.

ΣΣτις αρχές του 19ου αιώνα χρησιμοποιείται η πρόπολη ευρέως στα στρατιωτικά νοσοκομεία, κατά τη διάρκεια των πολέμων στη Ν। Αφρική ως απολυμαντικό και θεραπευτικό των πληγών.Στο Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, τα ρωσικά στρατεύματα τη χρησιμοποιούσαν σε αλκοολούχο διάλυμα για την απολύμανση των πληγών. Από τότε σιγά σιγά η χρησιμοποίηση της πρόπολης μειώνεται καθώς αντικαθίσταται από χημικά φάρμακα, εκτός από την ανατολική Ευρώπη. Από το 1969 υπάρχει μονογραφία της πρόπολης στη Σοβιετική δερματολογία για θεραπείες παθήσεων. Στις τελευταίες δεκαετίες στην Ανατολική Ευρώπη, Ασία, Ιαπωνία η σύγχρονη ιατρική κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η πρόπολη πρέπει να πάρει τη θέση που της αξίζει, όπως αποδείχθηκε μετά από πολυετή έρευνα σε αναγνωρισμένα και φημισμένα εργαστήρια. Με ορθολογικά πειράματα έχει ήδη τεκμηριωθεί η ωφέλεια των προϊόντων της μέλισσας. Αναφορές από όλον τον κόσμο, σε επιστημονικά συνέδρια και περιοδικά, τεκμηριώνουν τη μία μετά την άλλη τη θεραπευτική της δράση. Οι μελέτες είναι τόσο πολλές που δημιουργείτε ειδικός κλάδος στην ιατρική επιστήμη γνωστός σαν μελισσοθεραπεία (apitherapy).

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ

ΠΗ πρόπολις στην καθαρεύουσα, η πρόπολη στη δημοτική, η propolis ως παγκόσμια ορολογία. Σύνθετη με το πρώτο συνθετικό της την πρόθεση ΠΡΟ και δεύτερο το ουσιαστικό ΠΟΛΙΣ . «ΠΡΟ ΤΗΣ ΠΟΛΕΩΣ» (των μελισσών). Εμπεριέχει εξ’ ορισμού την άμυνα, την αντιμετώπιση του



κινδύνου, την αναχαίτιση του εχθρού και γενικά την οχύρωση. Οι μέλισσες τη χρησιμοποιούν υπό μορφή επικάλυψης, σαν γενική μορφή προστασίας. Εξυπηρετεί το σκοπό να καλύπτει όλες τις τρύπες και τα κενά της κυψέλης. Επιτρέπει όχι μόνο να επισκευαστούν οι καταστροφές στο εσωτερικό της κυψέλης, αλλά στους ψυχρούς η πολύ θερμούς τόπους να μειώνει το μέγεθος της εισόδου της κυψέλης, έτσι ώστε να περιορίζει στο ελάχιστο δυνατό την πρόσβαση του κρύου ή θερμού αέρα, και των πιθανών εχθρών μέσα στην κυψέλη.

Καθυστερεί την εξέλιξη των ασθενειών μέσα στην κυψέλη, λειτουργώντας ως προφυλακτικό μέσο για τις εργάτριες μέλισσες στην είσοδο της κυψέλης, προσφέρει μία» μπάρα προστασίας» σε βακτήρια και ιούς. Οι μέλισσες παράγουν την πρόπολη, ξεκινώντας από φυτικές ρητίνες που εκκρίνονται από τους οφθαλμούς των φυτών και από το φλοιό ορισμένων δέντρων (π.χ. λεύκες).

ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΡΙΑΣ ΜΕΛΙΣΣΑΣ
ΓΕΝΙΚΑ: Οι εργάτριες μέλισσες εκτελούν όλες τις εργασίες μέσα και έξω από την κυψέλη, εκτός της διαδικασίας της αναπαραγωγής στην οποία συμμετέχουν και η βασίλισσα (σύζευξη) ή (η βασίλισσα γέννηση γονιμοποιημένων αυγών).
Οι εργάτριες μέλισσες που ασχολούνται με εργασίες μέσα στην κυψέλη, αναφέρονται ως «οικιακές» μέλισσες και οι εργασίες που αναλαμβάνουν είναι η καθαριότητα της κυψέλης – ο αερισμός η εκτροφή του γόνου, η κατασκευή των κηρυθρών, η διατροφή της βασίλισσας, η τακτοποίηση των τροφών, και η φρούρηση της κυψέλης.
Μετά τις εργασίες αυτές που εκτελούνται στις τρεις πρώτες εβδομάδες της ζωής τους οι εργάτριες αναλαμβάνουν εργασίες υπαίθρου στη συλλογή νέκταρος, γύρης, νερού, πρόπολης και τις αναφέρουμε ως «συλλέκτριες».

Η πρώτη ύλη της πρόπολης είναι ρητινώδεις εκκρίσεις από τους οφθαλμούς δασικών κυρίως δέντρων. Οι συλλέκτριες πρόπολης με τα σαγόνια τους αποσπούν ένα κομμάτι από τις εκκρίσεις αυτές και με τη βοήθεια των δύο πρώτων ζευγών των ποδιών τους τα μεταφέρουν εναλλάξ στα «καλαθάκια» της γύρης στο τρίτο ζεύγος ποδιών.
Ο χρόνος που απαιτείτε για τη συλλογή της πρόπολης εξαρτάται από τη θερμοκρασία και υγρασία του αέρα που ρευστοποιεί ανάλογα τις ρητινώδεις εκκρίσεις. Ένα πλήρες φορτίο πρόπολης απαιτεί κατά μέσο όρο εργασία μισής ώρας από τη συλλέκτρια πρόπολης.
Η πρόπολη επίσης δεν αποθηκεύεται στην κυψέλη, αλλά παραλαμβάνεται αμέσως από τις μέλισσες που ασχολούνται με τη χρήση της και τοποθετείται όπου χρειάζεται. Η συλλέκτρια πρόπολης περιμένει να την ξεφορτώσουν οι οικιακές μέλισσες, οι οποίες προσθέτουν κερί και διάφορες εκκρίσεις στην πρώτη ύλη και έτσι παράγεται αυτό το θαυμάσιο υλικό , η πρόπολη, με τις εξαιρετικές ιδιότητες. Η ποσότητα της πρόπολης που συλλέγει και κατ’ έκταση μπορεί να παράγει μια κυψέλη εξαρτάται από διάφορους παράγοντες: η φυλή (ράτσα) των μελισσών, η θερμοκρασία του περιβάλλοντος (ελάχιστη 20ο C) και φυσικά η μεγαλύτερη σημασία στην παραγωγή της πρόπολης έχει η χλωρίδα της περιοχής όπου βρισκονται τα μελισσοσμήνη.

ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ
Αφού τη μεταφέρουν μέσα στην κυψέλη με τις τρίχες των ποδιών τους, σκεπάζουν τα εσωτερικά και εξωτερικά μέρη της κυψέλης με αυτήν η οποία ισχυροποιεί την αποικία των μελισσών και της παρέχει ένα υγιέστερο περιβάλλον. Ακόμη η μέλισσα αλείφει το σώμα της με αυτήν την ουσία, για να την προστατευθεί από τους φυσικούς της εχθρούς,

Η ΠΡΟΠΟΛΗ ΣΤΗΝ ΚΥΨΕΛΗ
Ταριχεύουν με την πρόπολη μεγαλόσωμα ζώα όπως ποντίκια που πέθαναν μέσα στη κυψέλη και δεν είναι σε θέση να τα μεταφέρουν έξω. Η πρόπολη δεν επιτρέπει την ανάπτυξη μικροβίων και δυσοσμιών. Επιχρίουν τα κελιά των κηρυθρών μετά την εκκόλαψη των μελισσών για να τα αποστειρώσουν ώστε να είναι έτοιμα για να ξαναγεννήσει η βασίλισσα μέσα τους.

ΤΟ μελισσοκόμος συλλέγει την πρόπολη ξύνοντας τα εσωτερικά τοιχώματα της κυψέλης, το καπάκι , η τα πλαίσια όπου την εναποθέτουν οι μέλισσες. Εκμεταλλευόμενοι αυτή την ιδιότητα της μέλισσας τοποθετούμε πλαστικό πλέγμα στο επάνω μέρος των πλαισίων το οποίο καλύπτεται από τις μέλισσες με πρόπολη, και αργότερα τη μαζεύουμε. Τοποθετείται το πλέγμα στην κατάψυξη, όπου ψύχεται και κατόπιν τινάζοντας το πλαίσιο, παραλαμβάνουμε καθαρή ξηρή πρόπολη. Οι σκληρές ακαθαρσίες απομακρύνονται και μετά η πρόπολη διαλύεται σε διάλυμα 70% αιθυλικής αλκοόλης, η οποία επιτρέπει την αφαίρεση του κεριού που είναι ελαφρά διαλυτό σε χαμηλές θερμοκρασίες. Υπολογίζεται ότι κάθε μελίσσι μπορεί να παράξει από 100 – 300 γρ. πρόπολη το χρόνο.

ΕΗ πρόπολη συλλέγεται κυρίως από φυτά, δέντρα και μπουμπούκια. Φυτά πλούσια σε ρητινώδεις ουσίες είναι: ΛΕΥΚΕΣ, ΣΗΜΥΔΑ, ΚΑΣΤΑΝΙΑ, ΙΤΙΑ, ΒΕΛΑΝΙΔΙΕΣ, ΔΑΜΑΣΚΗΝΙΕΣ, ΣΚΛΗΘΡΑ, ΦΡΑΞΟΣ, ΚΕΡΑΣΙΑ, ΦΤΕΛΙΑ, ΠΕΥΚΟ, ΕΛΑΤΟΣ, ΛΑΡΥΞ και πολλά άλλα είδη που δεν έχουν καταγραφεί ακόμη όπως ο ηλίανθος. Ανάλογα της βοτανικής προελεύσεως έχουμε διάφορους τύπους πρόπολης, με μικρές διακυμάνσεις στη σύσταση τους.

ΗΜια χρήσιμη και καλής ποιότητας πρόπολη πρέπει να έχει τις παρακάτω ιδιότητες। Να είναι φρέσκια (όχι παλαιότερη των 2 ετών), να είναι καθαρή, να μην περιέχει ξένα σώματα (ξύλα, μπογιά από την κυψέλη, πίσσα).Η πρόπολη διατηρείται σε ερμητικά κλειστά βάζα, μακριά από το φως και την υψηλή θερμοκρασία.

ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

Μια γενική αντιπροσωπευτική εικόνα της σύνθεσης της είναι η ακόλουθη:
50 – 55% ρητίνες και βάλσαμο
20 – 35% κεριά (ένα μείγμα από πράσινο κερί φυτικής προέλευσης και το προστιθέμενο κερί των μελισσών
5 –10% αρωματικά και αιθέρια έλαια
5% γύρη και άλλες οργανικές και ανόργανες ουσίες (βενζοικό οξύ και εστέρες, καφεϊκό οξύ, φερουλικό οξύ).
Πρέπει να σημειώσουμε την παρουσία πάνω από 40 φλαβονοειδών των αλειφατικών αρωματικών οξέων, των φαινολικών στοιχείων των αρωματικών αλδευδών, των αμινοξέων, των σακχάρων και πολλών βιταμινών (σύμπλεγμα Β , Ε, C). Αν προσπαθήσουμε να εξειδικεύσουμε ακόμη λίγο το θέμα, πρέπει να σημειώσουμε ότι η εξέλιξη στην ανακάλυψη προσδιοριστικών στοιχείων της πρόπολης φαίνεται να είναι χωρίς υπερβολή ιλιγγιώδης. Μόλις προ 20 ετών (1979) αναφέρονται 34 αναγνωρισμένες ουσίες, όπου αφ’ ενός μεν μόλις προ 25 ετών (1974) αναφέρονταν 18, αλλά και αφ’ ετέρου σε πρόσφατες αναλύσεις (1999) προσδιορίστηκαν 150 συστατικά επί συνόλου 180 απομονοθέντων.

ΓΕΤα πολλά φλαβονοειδή και οι συγκεντρώσεις σε αρωματικά μόρια είναι η αρχή της αντιβακτηριακης δράσης που είναι ισοδύναμη με τα αντιβιοτικά. Η πρόπολη αποτελεί μια πραγματική παρεμπόδιση για τη σήψη. Η πρόπολη έχει τοπικά αναισθητικά χαρακτηριστικά χάρη στα αιθέρια έλαια τα οποία σύμφωνα με ορισμένες μελέτες είναι 3 φορές ισχυρότερες από τα αναισθητικά. Επουλώνει τις πληγές και βοηθάει στην ανάπλαση των ιστών σε εγκαύματα β’ βαθμού, εκζέματος κλπ. Η πρόπολη είναι αποτελεσματική στην υγιεινή της στοματικής κοιλότητας με τη μορφή διαλυμάτων. Βοηθάει στη θεραπεία κρυολογημάτων, πονόλαιμου, χρόνιων φαργγύτιδων, άφθων, γαστρεντερίτιδας, κολίτιδας. Όλοι οι τύποι της πρόπολης έχουν την ιδιότητα να ενεργοποιούν το ανοσοποιητικό σύστημα.Η πρόπολη είναι ρητινώδης, κολλώδης γόμα( κόμμι). Σε θερμοκρασία άνω των 20ο είναι μαλακή και εύκαμπτη και κολλώδης (κολλά στα χέρια), ενώ σε θερμοκρασίες κάτω των 15C και ειδικότερα αν καταψυχθεί γίνεται σκληρή και εύθραυστη (υαλοποιείται). Υγροποιείται στους 60 – 70C. Το ειδικό της βάρος είναι 1,112 – 1,136 και γ’ αυτόν τον λόγο διαχωρίζεται εύκολα από το κερί το οποίο επιπλέει στη ν επιφάνεια κατά την τήξη.

ΟΧΡΩΜΑ: Το χρώμα ποικίλει ανάλογα με τη φυτική προέλευση σε κίτρινο – πράσινο (πεύκο), ροδούχο (λεύκας), καστανό- σκούρο καφέ μέχρι μαύρο (σημύδα).
ΟΣΜΗ: Αναδύει μια ευχάριστη δροσιστική ανάμικτη μυρωδιά (βάλσαμο- μέλι - βανίλια)
ΓΕΥΣΗ: Από το τυπικό έντονο στυφό – πικρό μέχρι γλυκό.
ΔΙΑΛΥΤΟΤΗΤΑ: Είναι αδιάλυτη στο νερό, και διαλυτή στη βενζίνη στην ακετόνη και σε διαλύματα υδροξειδίου του νατρίου (τα διαλύματα όμως αυτά είναι τοξικά και επικίνδυνα στο δέρμα). Στην αλκοόλη διαλύεται λιγότερο αλλά η χρήση της δεν είναι επικίνδυνη.

Η ΑΝΤΙΒΑΚΤΗΡΙΑΚΗ ΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΠΟΛΗΣ

Η πρόπολη καλύπτει μεγάλο φάσμα βακτηρίων, Η παράλληλη χορήγηση της με αντιβιοτικά μειώνει τις βλάβες που προκαλούν αυτά στον οργανισμό. Η πρόπολη δρα στο σταφυλόκοκκο, στον στρεπτόκοκκο, που είναι υπεύθυνοι για τις μολύνσεις της στοματικής κοιλότητας. Το σιναμικό οξύ, ορισμένα αρωματικά συστατικά και πολλά φλαβονοειδή είναι ουσίες εξ’ αιτίας των οποίων η πρόπολη δρα σαν αντιβακτηριακό μέσο. Ιάπωνες ερευνητές απέδειξαν ότι η πρόπολη αναστέλλει τον πολλαπλασιασμό των βακτηριδίων. (ΧΗΝΟΥ)

ΑΝΤΙΙΚΗ ΔΡΑΣΗ
Η δράση της πρόπολης κατά των ιών είναι επίσης πολύ σημαντική, και τα φλαβονοειδή που περιέχει είναι επίσης υπεύθυνα γι’ αυτήν. Η δράση της κατά των ιών του τύπου έρπη, και των αδενο-ιών έχει πλήρως επεξηγηθεί. Αλλα συστατικά, όπως οι εστέρες και το καφεϊκό οξύ εμπλέκονται στη δράση της πρόπολης ενάντια σους ιούς. Τέλος η πρόπολη δρα προφυλακτικά στη γρίπη, ηπατίτιδα Β και έρπη ζωστήρα.

ΑΝΤΙΜΥΚΗΤΙΑΚΗ ΔΡΑΣΗ
Η πρόπολη αποδεικνύεται αποτελεσματική εναντίον των επιθέσεων των παθογόνων μυκήτων στην επιδερμίδα. Στη δερματολογία και στην κοσμητολογία εξασφαλίζει τη λάμψη και την στιλπνότητα του δέρματος μειώνοντας τα candida και microsporum. Ενεργοποιεί το ανοσοποιητικό σύστημα και παράγει μεγάλο αριθμό μακροφάγων, απαραιτήτων για την εξολόθρευση των μυκήτων και των βακτηρίων.

ΕΠΟΥΛΩΤΙΚΗ ΔΡΑΣΗ
Η πρόπολη επιτυγχάνει την επούλωση των κατεστραμμένων ιστών κυρίως χάρη στα αιθέρια έλαια που περιέχει. Μελέτες έχουν αποδείξει την προστατευτική δράση της πρόπολης στους ιστούς που έχουν εκτεθεί σε ραδιενέργεια. Ακόμη, η αντιοξειδωτική δράση της πρόπολης χάρη στα φλαβονοειδή δεσμεύει τις ελεύθερες ρίζες του οξυγόνου.

ΑΝΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΔΡΑΣΗ
Οι αναισθητικές ιδιότητες της οφείλονται στα πτητικά της έλαια (αιθέρια έλαια) και συνιστάται για τοπική αναισθητική δράση (π.χ. τσιμπήματα εντόμων).

ΑΝΤΙΠΑΡΑΣΙΤΙΚΗ ΔΡΑΣΗ
Η πρόπολη είναι αποτελεσματική στην καταπολέμηση των παρασίτων όπως τριχομονάδα, τριπανόσωμα κλπ. Η δράση αυτή οφείλεται στην αναστολή της σύνθεσης της πρωτείνης τους.

ΑΝΤΙΦΛΕΓΜΩΝΟΔΗΣ ΔΡΑΣΗ
Μια πιθανή εξήγηση της δράσης αυτής της πρόπολης είναι η αναστολή της σύνθεσης της προσταγλανδίνης, που είναι υπεύθυνη για την εκδήλωση της φλεγμονής.

ΣΚΕΥΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΝΔΕΙΞΕΙΣ

Η πρόπολη αποτελεί, μαζί με τα άλλα προϊόντα της μέλισσας (μέλι γύρη βασιλικός πολτός) τη βάση στην οποία οι ειδικοί στον τομέα της επιστημονικής έρευνας κάνουν συχνή αναφορά για την Παρασκευή των προϊόντων της φυτοθεραπείας με σίγουρα αποτελέσματα.
Αν και ο άνθρωπος γνωρίζει και χρησιμοποιεί την πρόπολη από τα παλιά χρόνια, ακόμα και σήμερα δεν εγκατέλειψε τη χρήση της. Αντιθέτως ήρθαν στο φως νεότερες και μοντέρνες επιστημονικές γνώσεις, αποδείχθηκε με πιο χειροπιαστά μέσα και με μεγαλύτερη σαφήνεια τις ιδιότητες αυτής της σημαντικής ουσίας.
Με την παραγωγή πιο συμπυκνωμένων εκχυλισμάτων και κυρίως τυποποιημένων με συγκεκριμένα δραστικά συστατικά, τα φυτοθεραπευτικά προϊόντα της τελευταίας γενιάς αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας με πιο αυστηρές προδιαγραφές σε σχέση με την αποτελεσματικότητα και τυχόν τοξικότητα, καθιστώντας δυνατή την παραγωγή σκευασμάτων με μεγαλύτερη δραστικότητα και εγγυημένη ασφάλεια.
Η κατανάλωση αυτών των προϊόντων είχε σαφείς αυξητικές τάσεις με αποτέλεσμα την δημιουργία μίας μεγάλης καινούργιας αγοράς.

Πηγή www.meliterra.gr

Τετάρτη 20 Οκτωβρίου 2010

*. Συνταγές με μέλι.-


Ρακόμελο ζελέ

Υλικά για 6-8 άτομα

350ml ρακή • 350 ml νερό 150γραμμ. ζάχαρη • 3 φύλλα ζελατίνας (15 γραμμ.) • 250ml μέλι

Εκτέλεση

Μουλιάζουμε τα φύλλα ζελατίνας σε λίγο κρύο νερό, μέχρι να μαλακώσουν. Σε κατσαρόλα ζεσταίνουμε τη ρακή με τη ζάχαρη και το νερό, έως ότου λιώσει η ζάχαρη, αλλά χωρίς να βράσει. Αδειάζουμε σε ένα μπολ και προσθέτουμε τα φύλλα ζελατίνας αφού τα στύψουμε με το χέρι. Ρίχνουμε το μέλι και ανακατεύουμε με μια κουτάλα. Το αφήνουμε για λίγο μέχρι να αρχίσει να πήζει, γεμίζουμε ατομικές φόρμες και τις τοποθετούμε στο ψυγείο για τουλάχιστον 4 ώρες. Ξεφορμάρουμε βουτώντας σε ζεστό νερό και σερβίρουμε.


Φέτα τηγανητή με μέλι

Συνταγή του σεφ Σωτήρη Ζαχαρία

Yλικά για 8 κομμάτια

400 γραμμ. φέτα • σούμα (ροδίτικη ρακή) ή τσίπουρο • 200γραμμ. φύλλο Βηρυτού • 1 κ.σ. βούτυρο, κατσικίσιο • έ.π. ελαιόλαδο για το τηγάνισμα • 8 κ.γ. μέλι θυμαρίσιο • 1 κ.σ. σουσάμι, ελαφρώς καβουρντισμένο

Εκτέλεση

Κόβουμε τη φέτα σε 8 κομμάτια। Τα βρέχουμε με τη σούμα ή το τσίπουρο και αφήνουμε για 10 λεπτά να μαριναριστούν και να πάρουν ένα ιδιαίτερο άρωμα. Απλώνουμε τα φύλλα στον πάγκο και κόβουμε τη μακρύτερη πλευρά σε τρεις λωρίδες. Παίρνουμε από 2 λωρίδες κάθε φορά. Λιώνουμε το βούτυρο και με ένα πινέλο αλείφουμε κάθε φύλλο ξεχωριστά. Τοποθετούμε κάθε κομμάτι τυριού στη μία άκρη. Διπλώνουμε τα φύλλα δεξιά και αριστερά της φέτας και τα τυλίγουμε. Κολλάμε την άκρη των φύλλων βρέχοντας τα δάχτυλά μας στη σούμα. Τα τηγανίζουμε σε μέτρια φωτιά ώσπου να ροδίσουν. Τα αφήνουμε να στραγγίξουν σε απορροφητικό χαρτί. Σερβίρουμε περιχύνοντας με ένα κουταλάκι μέλι κάθε κομμάτι και πασπαλίζουμε με το σουσάμι. Σερβίρονται ως μεζές.


Τηγανίτες με τυρί και μέλι

Υλικά:

  • 2-3 αυγά

  • 2 1/2 ποτήρια νερό

  • 1/2 κιλό αλεύρι

  • 1/2 κιλό τυρί

  • μέλι

  • λίγο αλάτι (μόνο αν δεν είναι αλμυρή η φέτα)

  • λάδι για το τηγάνισμα

Εκτέλεση:

Ανακατεύουμε όλα τα υλικά (εκτός από το μέλι), ρίχνοντας κουταλιά-κουταλιά το αλεύρι. Ανακατεύουμε συνεχώς προς μια κατεύθυνση (π.χ. όλο δεξιά) και όταν πηχτωσει αρκετά (να μην είναι νερουλό - πιο πολύ πηχτό να είναι), ρίχνουμε μια-μια κουταλιά γεμάτη και τα τηγανίζουμε σε καυτό λάδι (σαν τους λουκουμάδες).

Περιχύνουμε τις τηγανίτες με μέλι και τις σερβίρουμε ζεστές.

Κυριακή 17 Οκτωβρίου 2010

*. Αλλεργία στις μέλισσες και τις σφήκες (υμενόπτερα)





Με περισσότερα από 800.000 είδη, τα έντομα αντιπροσωπεύουν το 80% του Ζωϊκού Βασιλείου. Παρά το μικρό τους μέγεθος παίζουν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στη φύση, είτε σαν αρπακτικά ζώα, είτε σαν παράσιτα, είτε τέλος σαν τροφή για άλλους οργανισμούς. Οι υπηρεσίες που παρέχουν στον άνθρωπο ποικίλλουν από την παραγωγή του μελιού και τη γονιμοποίηση των οπωροφόρων δένδρων μέχρι την παραγωγή του μεταξιού και την καταπολέμηση άλλων επιβλαβών, για τις καλλιέργειες, εντόμων. Συχνά όμως μεταφέρουν επικίνδυνες ασθένειες όπως η ελονοσία, ο κίτρινος πυρετός, η πανώλης, η ασθένεια του ύπνου και άλλες. Οι εκκρίσεις ορισμένων ειδών σκαθαριών περιέχουν δηλητήρια που προκαλούν επώδυνες δερματοπάθειες εξ επαφής ενώ είναι γνωστό ότι, τα έντομα μπορούν να προκαλέσουν αντιδράσεις υπερευαισθησίας, ενίοτε θανατηφόρες.

Η πρώτη αναφορά σε τέτοιου είδους αλλεργική αντίδραση ανάγεται στην αρχαιότητα και συγκεκριμένα αφορά απεικονίσεις που διαπιστώθηκαν στον τάφο του Αιγύπτιου Φαραώ Μένις που έζησε τον 26ο αιώνα πρό Xριστού στην Αβυδο. Σύμφωνα με τον Αιγυπτιολόγο L.A. Waddell (1930) ο Μένις είχε τραγικό τέλος μετά από νυγμό σφήκας κατά τη διάρκεια εξερευνητικής εκστρατείας σε νησί του Ατλαντικού, περί το 2641 π.X., και σε ηλικία 80 περίπου ετών. Σύμφωνα με την Αιγυπτιακή παράδοση ο Φαραώ σκοτώθηκε από ένα "kheb" που ζούσε στα νερά του Νείλου, όρος που μπορεί να ταυτιστεί με τη λέξη "ιπποπόταμος". Αντίθετα ο Waddell αντιπροτείνει την εξ' ίσου παραδεκτή μετάφραση της λέξεως "kheb" σαν "σφήκα" και την συνδυάζει με τα ιερογλυφικά του τάφου του Φαραώ που αναπαριστούν "ένα έντομο με κεντρί" ενώ εντοπίζει σαν χώρα που έλαβε χώρα το γεγονός τη σημερινή Ιρλανδία (Erin -Ireland). Την αλήθεια και την ακρίβεια των ανωτέρω παρατηρήσεων πολλοί έχουν επίσημα αμφισβητήσει στηριζόμενοι στην γραπτή αναφορά του Ελληνα ιστορικού Μάνεθου (περί το 300 π.X.) ότι ο θάνατος του Φαραώ οφείλεται τελικά σε επίθεση ιπποποτάμου.

Σε νεώτερες εποχές τα πρώτα περιστατικά αλλεργίας σε Υμενόπτερα αναφέρθηκαν από τον Γάλλο ιατρό Desbret, τον Βρεττανό Mease (1836) και τον Γερμανό Husemann ενώ σημαντικός αριθμός άλλων επιστημόνων έχουν επισταμένα ασχοληθεί με το εν λόγω αντικείμενο και στις μελέτες των οποίων οφείλουμε τις υπάρχουσες γνώσεις όσον αφορά του παθολογικούς μηχανισμούς των αντιδράσεων υπερευαισθησίας, την αναγνώριση των πλεόν σημαντικών αλλεργιογόνων συστατικών των δηλητηρίων των μελισσών και των σφηκών και την ανάπτυξη της ειδικής θεραπείας απευαισθητοποιήσεως. Παρά ταύτα πολλές ερωτήσεις σχετικές με την αλλεργία σε νυγμό Υμενοπτέρων παραμένουν αναπάντητες ακόμη και σήμερα.


ΕΠΙΔΗΜΙΟΛΟΓΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ

Ελάχιστες μελέτες σχετικά με την επιδημιολογία των αλλεργικών αντιδράσεων στα Υμενόπτερα έχουν δημοσιευθεί. Με βάση τις μελέτες αυτές η συχνότητα των συστηματικών αντιδράσεων στα παιδιά κυμαίνεται από 0.4% έως 0.8% ενώ στους ενήλικες η συχνότητα των συστηματικών εκδηλώσεων εγγίζει το 3.3% και κατ' άλλους το 5%.
Οσον αφορά το εύρος των κλινικών εκδηλώσεων μετά το τσίμπημα η Επιτροπή Αλλεργιών στα Εντομα (Insect Allergy Committee) της Αμερικανική Αλλεργιολογικής Ακαδημίας (American Academy of Allergy) δίνει τα στοιχεία που ακολουθούν: δερματικές εκδηλώσεις 16% και αντιδράσεις απειλητικές για τη ζωή 24% ενώ στο 44% του πληθυσμού που μελετήθηκε εκδηλώθηκαν "μετρίου βαθμού" συστηματικές εκδηλώσεις (δηλ. συμπτώματα από περισσότερα του ενός συστήματα πχ. δύσπνοια + κνίδωση).
Οι ευρείες διακυμάνσεις της συχνότητας των αντιδράσεων μετά από νυγμό σφήκας ή μέλισσας υποδηλώνουν ότι αριθμός παραγόντων συμμετέχουν στην διερεύνηση του προβλήματος αλλά και στην εμφάνιση των διαφόρων κλινικών εκδηλώσεων όπως: η αποκωδικοποίηση των απαντήσεων κατά τη λήψη του ιστορικού του ασθενούς, ο βαθμός εκθέσεως του ατόμου στα Υμενόπτερα (πχ. μελισσοκόμοι που δέχθηκαν περισσότερα από 200 τσιμπήματα τον χρόνο δεν εμφάνισαν συστηματική αντίδραση σε αντίθεση με εκείνους που δέχθηκαν λιγότερα από 30 τσιμπήματα την ίδια χρονική περίοδο), κλιματολογικοί, πολιτιστικοί και κοινωνικοί παράγοντες, η ηλικία, το φύλο και διάφοροι γενετικοί παράγοντες.


ΕΝΤΟΜΟΛΟΓΙΑ ΥΜΕΝΟΠΤΕΡΩΝ
Oπως σε όλα τα έντομα έτσι και στα Υμενόπτερα το σώμα τους διακρίνεται σε κεφαλή, θώρακα και κοιλία. Το σώμα του εντόμου αποτελείται από 20, μερικώς συνδεδεμένα και ιδιαίτερα ευκίνητα τμήματα από χιτίνη. Η κεφαλή αποτελείται από έξι τέτοια τμήματα και φέρει τα σημαντικότερα όργανα των αισθήσεων και το στόμα. Οι δύο σύνθετοι οφθαλμοί αποτελούνται από χιλιάδες "οματίδια" κατάλληλα τροποποιημένα για την ανίχνευση των κινήσεων, τη διάκριση των χρωμάτων και την ένταση του φωτός. Το ζεύγος των κεραιών στην εσωτερική πλευρά των οφθαλμών χρησιμεύει σαν όργανο γεύσεως και οσφρήσεως. Τα μέρη του στόματος εμφανίζουν διαφοροποιήσεις ανάλογα με τα διάφορα είδη και τον τρόπο ζωής τους. Ετσι, στα διάφορα είδη σφηκών είναι ιδιαίτερα αναπτυγμένη η άνω γνάθος που χρησιμεύει για την μάσηση, την κατάτμιση και την σύλληψη ενώ ο απομυζητικός σωλήνας είναι βραχύς και χρησιμεύει μόνον για την απομύζηση ανθέων με βραχύ ύπερο. Αντίθετα στην μέλισσα η "προβοσκίδα" είναι ιδιαίτερα αναπτυγμένη για ευνόητους λόγους.

Ο θώρακας αποτελείται από 3 τμήματα, έκαστο των οποίων φέρει από ένα ζεύγος άκρων ενώ και τα δύο ζεύγη πτερών είναι προσαρτημένα στο 2ο και το 3ο τμήμα. Η κύρια λειτουργία των άκρων είναι η κίνηση ενώ στις μέλισσες αποτελούν σημαντικά όργανα συλλογής και μεταφοράς των γύρεων.

Η κοιλία αποτελείται από 10 τμήματα. Στις σφήκες, η συσκευή του κεντριού ξεκινά από τα 8ο και 9ο τμήμα. Το δηλητήριο παράγεται από ειδικό αδένα (acid gland) και αποθηκεύεται σε ανατομική κατασκευή που προσομοιάζει με σάκκο (venom sac). Το κεντρί αποτελείται από δύο λογχοειδείς προσεκβολές (lancets) και πολύπλοκο μυοκινητικό σύστημα που του επιτρέπει την προσθία αλλά και την προς τα πίσω κίνηση εντός ειδικού αυλού (supporting stylet). Επειδή το κεντρί φέρει προσεκβολές δίκην "καμακιού" (barbs), βυθίζεται ακόμη βαθύτερα με τη βοήθεια των σχετικών κινήσεων. Το δηλητήριο εξέρχεται του σάκκου και ενίεται στην πληγή με τη βοήθεια του κεντριού.

Το κεντρί των σφηκών έχει μικρότατες προσεκβολές με αποτέλεσμα την εύκολη απομάκρυνση του μετά το τσίμπημα. Στην μέλισσα, αντίθετα, το κεντρί είναι εφοδιασμένο με 10 τέτοιες προσεκβολές ικανού μεγέθους που το συγκρατούν στο σημείο του τσιμπήματος μαζί με το σάκκο και τμήμα του σώματος του εντόμου με άμεσο αποτέλεσμα την εξόντωσή του. Στις περιπτώσεις αυτές οι μυικές συσπάσεις, διαρκείας αρκετών λεπτών, της συσκευής που περιβάλλει το κεντρί επιφέρουν την περαιτέρω έκχυση του δηλητηρίου στο θύμα. Οι μέλισσες μπορούν να απομακρύνουν το κεντρί τους από τις σκληρές, εκ χιτίνης, επιφάνειες άλλων εντόμων και να το χρησιμοποιήσουν κατ' επανάληψη. Στις μέλισσες το κεντρί έχει μήκος περίπου 2.5 mm, στις σφήκες 2.6-2.7 mm και στους σκούρκους (hornets) 3.7 mm. Ο σάκκος των μελισσών περιέχει περίπου 3 μl δηλητηρίου ενώ κατά μέσο όρο ενίονται 50-100 μg πρωτεϊνης δηλητηρίου σε κάθε τσίμπημα. Επειδή οι σφήκες έχουν τη δυνατότητα πολλαπλών τσιμπημάτων ενίουν 2-10 μg.

Τα Υμενόπτερα επιτίθενται ευρισκόμενα σχεδόν πάντοτε σε άμυνα όπως για παράδειγμα όταν κάποιος πλησιάσει επικίνδυνα την κυψέλη τους. Στην περίπτωση αυτή οι "φρουροί" επιτίθενται χωρίς να ευρίσκονται οι ίδιοι σε άμεσο κίνδυνο. Παράλληλα εκκρίνονται ειδικές ουσίες οι "φερομόνες" (pheromenes) οι οποίες ωθούν και άλλα έντομα του αυτού είδους επίσης να επιτεθούν. Η κρίσιμη απόσταση από τον χώρο διαβίωσής τους για την εκδήλωση επιθέσεως ποικίλλει ανάλογα με το είδος και τις ειδικές συνθήκες του περιβάλλοντος. Για παράδειγμα, όταν ο καιρός είναι ζεστός και πνιγηρός οι μέλισσες είναι ιδιαίτερα επιθετικές ενώ αντίθετα, στους 120 C είναι σχετικά ανενεργείς και τα τσιμπήματα εκτός της κυψέλης ή της φωλιάς, σπάνια.


ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ ΤΩΝ ΥΜΕΝΟΠΤΕΡΩΝ
Ο σπουδαιότερος εκπρόσωπος της οικογένειας Apidae είναι η μέλισσα (Apis mellifera) είδος με παγκόσμια κατανομή. Σε αντίθεση με τις σφήκες το σύνολο των μελισσών της κυψέλης επιβιώνει κατά τη διάρκεια των χειμερινών μηνών. Ετσι τα τσιμπήματα από μέλισσα δεν είναι σπάνια τις θερμές, ηλιόλουστες ημέρες του χειμώνα και είναι ιδιαίτερα συχνά την άνοιξη και τους πρώτους καλοκαιρινούς μήνες. Μορφολογικά, οι μέλισσες είναι τριχωτές, καφέ χρώματος και φέρουν ελάχιστα διακριτές λωρίδες πλέον ανοικτής αποχρώσεως. Μετά το τσίμπημα το κεντρί τους παραμένει στο δέρμα.

Η οικογένεια των σφηκών (Vespidae) υποδιαιρείται στις υπο-οικογένειες Vespinae με κύρια είδη την Vespula, την Dolichovespula και την Vespa, και την Polistinae που κατά κύριο λόγω διαφέρουν όσον αφορά το σημείο στο οποίο ο θώρακας μεταπίπτει στην κοιλιακή χώρα. Ετσι, στα μέλη των Vespinae είναι ιδιαίτερα λεπτό ενώ αντίθετα στις Polistinae η μετάπτωση είναι προοδευτική. Σχεδόν όλες οι Ευρωπαϊκές σφήκες στερούνται τριχών και φέρουν στην κοιλιακή τους χώρα τις χαρακτηριστικές κίτρινες και μαύρες λωρίδες. Οι φωλιές τους είναι συνήθως σε προστατευμένα μέρη αλλά και σε σχισμές του εδάφους (Vespula) ή των δένδρων, και κατασκευάζονται από ένα είδος χαρτιού που παράγουν οι ίδιες οι σφήκες μασώντας ξύλο και αναμιγνύοντάς το με τον σίελό τους. Στις σφήκες μόνον οι "βασίλισσες" επιβιώνουν τον χειμώνα γεγονός που εξηγεί το γιατί ο μεγαλύτερος αριθμός τσιμπημάτων επισυμβαίνει κατά τους καλοκαιρινούς και φθινοπωρινούς μήνες. Το κεντρί τους δεν παραμένει στο δέρμα. Μορφολογικά τα μέλη του είδους

Vespula διαφέρουν από τα ανήκοντα στις Vespa καθ' όσον μικρότερα και από το είδος Dolichovespula από τη μικρότερη απόσταση μεταξύ των οφθαλμών και της άνω γνάθου.


ΔΗΛΗΤΗΡΙΑ ΥΜΕΝΟΠΤΕΡΩΝ

Οι ουσίες που ενοχοποιούνται για την πρόκληση των αλλεργικών αντιδράσεων περιέχονται στο δηλητήριο των εντόμων. Στα περισσότερα Υμενόπτερα αποτελείται από βιογενείς αμίνες, βασικά πεπτίδια και πρωτεϊνες υψηλού μοριακού βάρους, κατά κύριο λόγο ένζυμα, που είναι και τα κύρια αλλεργιογόνα.

Το δηλητήριο των μελισσών συλλέγεται με τη μέθοδο της ηλεκτρικής διεγέρσεως (electrostimulation method). Παρόμοια μεθοδολογία έχει χρησιμοποιηθεί και για τη συλλογή του δηλητηρίου των σφηκών χωρίς όμως να έχει καθιερωθεί σε εμπορικό επίπεδο γιατί αυξάνει υπέρμετρα την επιθετικότητα των εντόμων. Ετσι το δηλητήριό τους συλλέγεται από τους ειδικούς σάκκους των εντόμων μετά βαθεία κατάψυξη των φωλεών. Μειονέκτημα της μεθόδου είναι η παρουσία πρωτεϊνών του σάκκου στο ομογενοποιημένο εκχύλισμα και η "μόλυνση" του τελικού προϊόντος.


Σύσταση δηλητηρίου μέλισσας

Η παρουσία της ισταμίνης στο δηλητήριο της μέλισσας είναι γνωστή από το 1936. Παρά ταύτα μόλις το 1982 με τη βοήθεια της μεθόδου της υγρής χρωματογραφίας υψηλής πιέσεως (HPLC) προσδιορίστηκε ότι η περιεκτικότητα σε ισταμίνη είναι περίπου 1%. Σύμφωνα με τον Owen στο δηλητήριο περιέχονται επίσης σε μικρότερες ποσότητες νοραδρεναλίνη και ντοπαμίνη, ελεύθερα αμινοξέα, ολιγοπεπτίδια, φωσφολιπίδια και υδατάνθρακες.

Οσον αφορά τα πεπτίδια, η μελιτίνη, η απαμίνη και το πεπτίδιο που επάγει την αποκοκκίωση των σιτευτικών κυττάρων (MCD-peptide) είναι εκείνα που έχουν πρακτική σημασία. Η μελιτίνη αποτελεί το 50% του συνόλου του δηλητηρίου. Προσβάλλει το κεντρικό νευρικό σύστημα προκαλώντας γενικευμένους σπασμούς, δρα στην καρδιά και το κυκλοφορικό σύστημα προκαλώντας βραδυκαρδία, επαγωγικές διαταραχές και αρρυθμίες ενώ συμμετέχει και στις εκδηλώσεις από το γαστρεντερικό σύστημα.

Η απαμίνη που αποτελεί το 2% του βάρους του δηλητηρίου δρά στους λείους μύες, τους νευρώνες, τα μυικά κύτταρα και τα ηπατικά κύτταρα, προκαλεί γενικευμένους σπασμούς ενώ προκαλεί και γαστρεντερική συμπτωματολογία.

Τέλος, το πεπτίδιο MCD με 22 πεπτίδια που αποτελεί το 1% του συνολικού ξηρού βάρους του δηλητηρίου της μέλισσας, οφείλει το όνομά του στην εκαντοταπλάσια σε σύγκριση με την μελιτίνη, ικανότητά του να προακαλεί αποκοκκίωση των σιτευτικών κυττάρων και απελευθέρωση ισταμίνης Στα πεπτίδια επίσης περιλαμβάνονται η σεκαπίνη, η τερτιαπίνη και το Kardio pep.

Aπό πλευράς ενζύμων η φωσφολιπάση Α2 αποτελεί το 12-14% των συστατικών του δηλητηρίου και είναι ιδιαίτερα κυτταροτοξική. Η υαλουρονιδάση (2-3% του δηλητηρίου) αποσυνθέτει τους βλεννοπολυσακχαρίτες ιδίως στον συνδετικό ιστό του δέρματος, επαυξάνοντας τη δράση των ενεργών πεπτιδίων στις βαθύτερα κείμενες στιβάδες. Συνυπάρχουν επίσης σε διάφορες αναλογίες μία όξινη φωσφατάση με μοριακό βάρος 49000 Daltons, διάφορες πρωτεάσες, γλυκοσιδάσες, το αλλεργιογόνο "C" και η αντολαπίνη.

Οι βασικές δράσεις του δηλητηρίου της μέλισσας αποδίδονται στην παρουσία της μελιτίνης και της φωσφολιπάσης Α2. Τα εν λόγω συστατικά προκαλούν άμεση ή έμμεση κυτταρική βλάβη. Η φωσφολιπάση Α2 αποτελεί το σημαντικότερο αλλεργιογόνο του δηλητηρίου της μέλισσας. Παρά το χαμηλό της μοριακό βάρος και η μελιτίνη εμφανίζει αλλεργιογόνο δράση όπως και η όξινη φωσφατάση και η υαλουρονιδάση.


Σύσταση δηλητηρίου σφηκών

Τα δηλητήρια των διαφόρων ειδών σφηκών εμφανίζουν σημαντικές ομοιότητες και κατά συνέπεια εξετάζονται από κοινού. Περιέχουν ισταμίνη σε υψηλότερες αναλογίες (Vespula 4%, Polistes 3%, Dolichovespula 5-6%), σεροτονίνη, ντοπαμίνη, νοραδρεναλίνη και αδρεναλίνη. Το δηλητήριο του "σκούρκου" περιέχει επίσης και ακετυλχολίνη. Οι περιεχόμενες κινίνες προκαλούν σύσπαση των λείων μυϊκών ινών, πτώση της αρτηριακής πιέσεως και αύξηση της διαπερατότητος των ιστών. Στα πεπτίδια του δηλητηρίου των σφηκών περιλαμβάνονται το πεπτίδιο "mastoparan" και το πεπτίδιο που περιέγραψε η ομάδα του Einarsson που προσομοιάζει με τη μελιτίνη και εμφανίζει άμεση αιμολυτική δράση. Και στις σφήκες είναι σημαντική η παρουσία των φωσφολιπασών Α και Β και της υαλουρονιδάσης ενώ απαντώνται και άλλες πρωτεϊνες όπως το "αντιγόνο 5" και οι "V-mac 1" και "V-mac 2" στο δηλητήριο της V. maculifrons.

Το τοπικό οίδημα οφείλεται κατά κύριο λόγο στις βιογενείς αμίνες και τα πεπτίδια χαμηλού μοριακού βάρους που αυξάνουν την διαπερατότητα των ιστών και απελευθερώνουν ισταμίνη από τα σιτευτικά κύτταρα Για τις συστηματικές αντιδράσεις στα πολλαπλά τσιμπήματα ενοχοποιούνται κατά κύριο λόγο οι κινίνες με την αγγειοδιαστολή και την αυξημένη ιστική διαπερατότητα που επιφέρουν σε συνδυασμό με τη σύσπαση των λείων μυών, την επακολουθούσα πτώση της αρτηριακής πιέσεως και την απόφραξη των βρόγχων. Η αιμόλυση, αντίθετα, οφείλεται άμεσα στην επίδραση των πεπτιδίων και έμμεσα στα λυσοφωσφολιπίδια που απελευθερώνονται με τη μεσολάβηση της φωσφολιπάσης.

Τα κύρια αλλεργιογόνα του δηλητηρίου των σφηκών, κοινά σε όλα τα είδη, είναι η φωσφολιπάση, η υαλουρονιδάση και το "αντιγόνο 5".


Διασταυρούμενη αντιδραστικότητα μεταξύ των δηλητηρίων των Υμενοπτέρων και άλλων αντιγόνων.

Στον ορό ορισμένων ασθενών ο Aalberse διαπίστωσε IgE-αντισώματα έναντι ενός αντιγόνου το οποίο ανευρίσκεται όχι μόνον σε διάφορα τρόφιμα όπως τις πατάτες, το σπανάκι, το μέλι και τις γύρεις αλλά και στα δηλητήρια των μελισσών και των σφηκών. Μάλλον πρόκειται για κάποιο υδατανθρακικό καθοριστή ιδιαίτερα κοινό σε πολλές γλυκοπρωτεϊνες ζώων και φυτών που ίσως ευθύνεται για ορισμένες από τις "ψευδώς" θετικές διαγνωστικές δοκιμασίες σε ατομα με αρνητικό ιστορικό ατοπίας.


ΚΛΙΝΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ - ΠΑΘΟΓΕΝΕΣΗ

Εκτός από τα μεγάλα τοπικά οιδήματα στα σημεία των νυγμών είναι δυνατόν να εκδηλωθούν και αντιδράσεις άμεσης υπερευαισθησίας με χαρακτηριστικές εικόνες κνίδωσης, αγγειοοιδήματος, άσθματος και αναφυλακτικού shock. Περιστασιακά, εκδηλώνονται και όψιμες αντιδράσεις.

H φυσιολογική αντίδραση στο τσίμπημα σφήκας ή μέλισσας είναι η πρόκληση επώδυνου και συχνά κνησμώδους πομφού (διαμέτρου περίπου 10 εκ) και οιδήματος (πρηξίματος) του ευρύτερου υποδόριου ιστού που συνήθως αποδράμει μετά παρέλευση αρκετών ωρών. Ορισμένοι συγγραφείς αναφερόμενοι στα παιδιά συμπεριλαμβάνουν στην μεγάλη τοπική αντίδραση και το οίδημα των πλησιέστερων δύο αρθρώσεων. Συχνά τις αντιδράσεις αυτές συνοδεύουν πυρετός, λεμφαγγειϊτιδα και λεμφαδενίτιδα ενώ ενίοτε δημιουργούνται άσηπτες φλεγμονές εξ αιτίας της βακτηριοστατικής φύσεως του ίδιου του δηλητηρίου. Αμεσες αντιδράσεις παρατηρούνται σε ποσοστό 50-80% των περιπτώσεων.

Η συνηθέστερη γενικευμένη δερματική εκδήλωση στις περιπτώσεις αντιδράσεων υπερευαισθησίας στα Υμενόπτερα είναι η κνίδωση (πομφοί, πλάκες, πετάλες) που εκδηλώνεται στα πρώτα 30 λεπτά και που σχεδόν πάντοτε συνοδεύεται από έντονο κνησμό. Το αγγειοοίδημα (πχ. πρήξιμο βλεφάρων ή χειλέων) που επίσης συχνά συνοδεύει την κνίδωση μπορεί να αποτελεί και τη μοναδική εκδήλωση. Οταν αφορά τα άκρα και είναι εκτεταμένο μπορεί να προκαλέσει περιφερική συμφόρηση των υγρών του οργανισμού και "δευτερογενές αναφυλακτικό shock". Αντίθετα η προσβολή της στοματικής κοιλότητας και του λάρυγγα μπορεί να αποβεί μοιραία για το άτομο.

Περίπου το 30% των ασθενών αναφέρουν γαστρεντερολογική συμπτωματολογία που μπορεί να είναι το αποτέλεσμα μιας αντιδράσεως άμεσης υπερευαισθησίας στο έντερο με οίδημα των τοιχωμάτων (βλεννογόνος) και σπασμό των λείων μυών του εντέρου. Η ακράτεια κοπράνων που ενίοτε συνοδεύει το αναφυλακτικό shock οφείλεται σε υποξία των φυτικών κέντρων του κεντρικού νευρικού συστήματος. Δυσάρεστη επιπλοκή αποτελεί η αποβολή μετά από τσίμπημα Υμενοπτέρου και η πρόκληση πολυκυστικής εγκεφαλομαλακίας στο έμβρυο.

Η έκταση της αποφράξεως των αεραγωγών καθορίζει και την αναπνευστική δυσφορία του ασθενούς χωρίς να παραγνωρίζουμε ότι και το λαρυγγικό οίδημα προκαλεί παρόμοια δυσπνοϊκά φαινόμενα. Η εγκατάστασή του προαναγγέλεται με κνησμο του φάρυγγα, αίσθημα πνιξίματος, δυσκαταποσία και βράγχος φωνής. Τα συμπτώματα από το αναπνευστικό εξαφανίζονται, είτε αυτόματα, είτε μετά την κατάλληλη φαρμακευτική αντιμετώπιση εντός λεπτών ή στην πρώτη ώρα. Στις βαρύτερες περιπτώσεις απαιτείται διασωλήνωση ή τραχειοστομία. Οι μεταβολές στους αεραγωγούς αποτελούν ίσως την κυριότερη αιτία θανάτου μετά από νυγμό Υμενοπτέρου.

Η καρδιαγγειακή συμπτωματολογία συνήθως συνοδεύει τις δερματικές εκδηλώσεις ή εκείνες από το αναπνευστικό ή το γαστρεντερικό. Η απελευθέρωση των μεσολαβητών μπορεί να προκαλέσει αύξηση της αγγειακής διαπερατότητας και διάταση των τριχοειδών με όλες τις δυσάρεστες για τον οργανισμό συνέπειες (γενικευμένο αγγειοοίδημα, κνίδωση, πνευμονικό οίδημα) χωρίς να αποκλείεται και η άμεση τοξική δράση τους λαμβανομένου υπ' όψη του γεγονότος ότι το μυοκάρδιο βρίθει σιτευτικών κυττάρων (δηλ. κυττάρων που περιέχουν διάφορες χημικές ουσίες πχ. ισταμίνη). Ο αριθμός των τελευταίων είναι ιδιαίτερα μεγάλος σε ασθενείς με στεφανιαία αθηρωμάτωση. Σύμφωνα με τον Barnard οι καρδιαγγειακές διαταραχές ευθύνονται για σημαντικό αριθμό θανάτων μετά από τσίμπημα Υμενοπτέρων.

Πολλά συμπτώματα που είναι κλινικώς αδιευκρίνηστα, αναφέρονται από ιδιαίτερα μεγάλο αριθμό ατόμων, ώστε από μόνα τους να αποτελούν ένδειξη αλλεργικής αντίδρασης. Σε αυτά περιλαμβάνονται: παραισθησίες πελμάτων, παλαμών και περιστοματικώς, μεταλλική γεύση, γενικευμένος κνησμός ή κνησμός των γεννητικών οργάνων και του πρωκτού, κεφαλαλγία, "φούντωμα" προσώπου ή ολοκλήρου του σώματος, αίσθημα παλμών, σφίξιμο στο στήθος, κοιλιακές "κράμπες", ζάλη και αίσθημα θανάτου. Φυσικά όλα αυτά συχνά είναι αποτέλεσμα υπεραερισμού από φόβο και κατά συνέπεια η σημασία τους είναι μικρότερη συγκρινόμενα με τα αντικειμενικά σημεία της κνιδώσεως, του αγγειοοιδήματος ή της συρίττουσας αναπνοής.

Eκτός από τα τελευταία, αριθμός άλλων συμπτωμάτων είναι δυνατόν να εκδηλωθεί μετά το νυγμό του Υμενοπτέρου. Ετσι μπορεί να προκληθεί ένα σύνδρομο που χαρακτηρίζεται από πυρετό, αρθραλγία, διόγκωση των αρθρώσεων, λεμφαδενοπάθεια, κνίδωση ή αγγειοοίδημα με τελική κατάληξη την εγκατάσταση αγγειϊτιδας. Εχουν επίσης περιγραφεί περιπτώσεις γενικευμένης νεκρωτικής αγγειίτιδα καιπορφύρας τύπου Schoenlein-Henoch.

Οσον αφορά τη συμμετοχή του νευρικού συστήματος αυτή εκδηλώνεται με νευρίτιδες, πολυρριζομυελίτιδες ή επιληπτικές κρίσεις οφειλόμενες σε υποξαιμικές βλάβες του εγκεφάλου απότοκες της πτώσεως της αρτηριακής πίεσης ή σε ορισμένες περιπτώσεις σε αγγειοοίδημα του κεντρικού νευρικού συστήματος. Επίσης έχουν περιγραφεί και μονιμότερες βλάβες που αφορούν ημιπληγίες, εξω-πυραμιδική συμπτωματολογία (σύνδρομο Parkinson), ψυχο-οργανικά σύνδρομα, μυασθένεια και σκλήρυνση κατά πλάκας.

Tέλος στην βιβλιογραφία συχνά αναφέρονται περιπτώσεις νεφρικής συμμετοχής (λιποειδική νέφρωση σε παιδιά, σπειραματονεφρίτιδα). Σπάνιες είναι οι περιπτώσεις θρομβοκυτταροπενικής πορφύρας ή αιμολυτικής αναιμίας ενώ οι διαταραχές της πήξεως είναι μάλλον το αποτέλεσμα της διάχυτης ενδαγγειακής πήξεως.


ΘΑΝΑΤΟΙ ΜΕΤΑ ΝΥΓΜΟ ΥΜΕΝΟΠΤΕΡΩΝ

O θάνατος μπορεί να επέλθει είτε σαν αποτέλεσμα ευαισθητοποιήσεως μετά από ένα ή περισσότερα τσιμπήματα, είτε εξ αιτίας δηλητηρίασης του οργανισμού στην περίπτωση μεγάλου αριθμού τσιμπημάτων. Οταν τα τσιμπήματα είναι περισσότερα των 50, οι τοξικές επιδράσεις είναι αναμενόμενες παρά το γεγονός ότι η θανατηφόρος δόση ενίεται στην περίπτωση εκατοντάδων ή χιλιάδων νυγμών. Ο Meszaros περιέγραψε έναν ασθενή ο οποίος επιβίωσε μετά από 2.500 τσιμπήματα ! Σε περιπτώσεις θανάτου εξ αιτίας πολλαπλών τσιμπημάτων το μοιραίο επέρχεται μετά πάροδο αρκετών ημερών και αποδίδεται σε νεφρική ανεπάρκεια, διαταραχές της πήξεως του αίματος ή νέκρωση του εγκεφάλου που φαίνεται ότι προκαλούν άμεσα τα πεπτίδια μελιτίνη, απαμίνη και οι κινίνες που διεισδύουν στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό.

Οι θάνατοι από τσιμπήματα Υμενοπτέρων εμφανίζονται σε όλες τις ηλικίες και παρά το γεγονός ότι θεωρητικά τα παιδιά κινδυνεύουν περισσότερο, είναι οι ενήλικες εκείνοι που υποκύπτουν συχνότερα. Επίσης σημαντικός αριθμός θανάτων διαπιστώνεται σε άτομα μικρότερα των 10-20 ετών. Η ελαττωμένη διάμετρος των αεραγωγών στις ηλικίες αυτές και η ταχύτερη εγκατάσταση του οιδήματος ενοχοποιούνται σχετικά. Σε όλες τις σχετικές μελέτες οι θάνατοι ανδρών ήταν σαφώς περισσότεροι από εκείνους των γυναικών. Ισως γιατί οι άνδρες περνούν περισσότερο χρόνο στην ύπαιθρο. Στις περισσότερες περιπτώσεις ο θάνατος επέρχεται ταχύτατα και μάλιστα εντός της πρώτης ώρας (59-92%) ή της πρώτης ημέρας (81-96%) του συμβάντος. Οι ανατομικές περιοχές του νυγμού που συχνά συνοδεύονται από μοιραία κατάληξη είναι η κεφαλή, ο αυχένας ή ο λαιμός.


ΦΥΣΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ ΑΛΛΕΡΓΙΑΣ ΣΤΑ ΥΜΕΝΟΠΤΕΡΑ

Με τον όρο "φυσική πορεία" (natural history) περιγράφεται η πορεία της νόσου χωρίς την οποιαδήποτε θεραπευτική παρέμβαση. Στην περίπτωση των Υμενοπτέρων εκείνο που πρώτιστα ενδιαφέρει είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο αλλεργικός στα Υμενόπτερα ασθενής να εμφανίσει και νέα αλλεργική αντίδραση σε περίπτωση νέου τσιμπήματος ("κίνδυνος σε επανέκθεση"). Η πιθανότητα να υποστεί νέο τσίμπημα, γεγονός που εξαρτάται από το είδος της ζωής του ασθενούς, καταγράφεται σαν "βαθμός έκθεσης". Η γνώση των δύο αυτών παραμέτρων είναι εκείνη που καθορίζει και την ανάγκη χορηγήσεως ανοσοθεραπείας σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες όπως η ηλικία, η βαρύτητα των προηγούμενων αντιδράσεων, το είδος του εντόμου που τις προκάλεσε, τα μεσοδιαστήματα μεταξύ των τσιμπημάτων και η ατοπική (αλλεργική) προδιάθεση του ατόμου.

Κατά κανόναν, όταν ο ασθενής εμφανίσει κνίδωση με αγγειοοίδημα και δύσπνοια στο πρώτο του τσίμπημα από Υμενόπτερο, η αυτή συμπτωματολογία θα εμφανίζεται μετά από κάθε νέο τσίμπημα στον ίδιο ασθενή. Οι ασθενείς με μεγάλες τοπικές ή ήπιες συστηματικές αντιδράσεις έχουν καλύτερη πρόγνωση σε σύγκριση με εκείνους που εκδηλώνουν βαρείες συστηματικές αντιδράσεις. Αντίθετα, από τα παιδιά που εμφανίζουν ήπιες συστηματικές εκδηλώσεις μόνον το 16% θα εκδηλώσει εκ νέου συστηματική αναφυλαξία μετά από τυχαίο τσίμπημα. Στους ενήλικες ο κίνδυνος επανέκθεσης κυμαίνεται από 14-33%. Στην έκβαση του τσιμπήματος σημαίνοντα ρόλο παίζει το είδος του εντόμου, η διάρκεια του τσιμπήματος, ο τρόπος αφαίρεσης του κεντριού και η ποσότητα του δηλητηρίου που ενέθηκε στο σημείο του νυγμού. Η ποσότητα του δηλητηρίου κυμαίνεται από 0.5 έως 2.5 μl ενώ μερικές φορές ορισμένα από τα τσιμπήματα είναι τυφλά (blind). Η ποσότητα που ενίεται μετά από τσίμπημα μέλισσας είναι μεγαλύτερη από εκείνη της σφήκας.

Oι ασθενείς που τσιμπήθηκαν δύο έως τρείς εβδομάδες μετά την εκδήλωση αλλεργικής αντίδρασης έχουν πολύ μεγάλη πιθανότητα να μην εμφανίσουν νέα αντίδραση (ανενεργός περίοδος). Στην ίδια χρονική περίοδο είναι δυνατόν να παρατηρηθούν και ψευδώς αρνητικές δερματικές δοκιμασίες. Τέλος, ο Woermann διαπίστωσε ότι τα ατοπικά (αλλεργικά) άτομα εμφανίζουν αυξημένο κίνδυνο κατά την επανέκθεση στο δηλητήριο των Υμενοπτέρων συγκρινόμενα με μη ατοπικό πληθυσμό παρά το γεγονός ότι η διαφορά δεν είναι στατιστικά σημαντική.


ΔΙΑΓΝΩΣΗ

Η προσεκτική και λεπτομερής λήψη του ιστορικού αποτελεί αναμφίβολα τη βάση της διάγνωσης της υπερευαισθησίας στα Υμενόπτερα και δίνει απαντήσεις όσον αφορά το είδος του εντόμου, την φύση των αντιδράσεων και τον κίνδυνο που διατρέχει το άτομο εάν τσιμπηθεί εκ νέου.

Η παραμονή του κεντριού στο σημείο νυγμού αποτελεί τον κανόνα για τις μέλισσες και την εξαίρεση για τις σφήκες. Οι μέλισσες τσιμπούν κυρίως τους πρώτους καλοκαιρινούς μήνες ενώ οι σφήκες περί το τέλος του καλοκαιριού και το φθινόπωρο. Ο χώρος που τσιμπήθηκε ο ασθενής συχνά καθοδηγεί στην αναγνώριση του εντόμου ενώ με την βοήθεια σχετικών εικόνων ή βαλσαμομένων εντόμων είναι πρακτικά δυνατή η επιβεβαίωση της αρχικής υπόνοιας. Παρά τα ανωτέρω, σε ορισμένες περιπτώσεις το έντομο παραμένει άγνωστο οπότε απαιτούνται ειδικές δερματικές και ορολογικές δοκιμασίες που επιλύουν το πρόβλημα στο σύνολο σχεδόν των περιπτώσεων.

Το επώδυνο τσίμπημα της μέλισσας ή της σφήκας μπορεί να προκαλέσει εκτός από αλλεργικές και μη αλλεργικές, κατά κύριο λόγο νευροφυτικές, αντιδράσεις (πχ. σύνδρομο υπεραερισμού). Επίσης εκτός από τις κλασικές αμέσου τύπου αντιδράσεις, μπορεί να εμφανιστούν και επιβραδυνόμενες αλλά και αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις σε ορισμένες περιπτώσεις.

Οι δερματικές δοκιμασίες (αλλεργικά tests) αποτελούν την πρώτη διαγνωστική επιλογή προκειμένου να διερευνηθούν οι αντιδράσεις αμέσου τύπου. Παρά το γεγονός ότι επί μία τριακονταετία εχρησιμοποιούντο για τον σκοπό αυτό εκχυλίσματα από ολόκληρο το σώμα του εντόμου (whole body extracts), όλοι συμφωνούν σήμερα ότι τα καθαρά δηλητήρια των σφηκών και μελισσών δίνουν πλέον αξιόπιστα αποτελέσματα. Oι δερματικές δοκιμασίες, επιδερμικές (prick) και ενδοδερμικές (intracutaneous), γίνονται με σειρά διαλυμάτων διαφόρων πυκνοτήτων που κυμαίνονται από 10-8 έως 1 g/l. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι επειδή το δηλητήριο των Υμενοπτέρων περιέχει ουσίες που απελευθερώνουν ισταμίνη και βιογενείς αμίνες, οι υψηλές συγκεντρώσεις κατά τη διενέργεια των δερματικών δοκιμασιών μπορεί να οδηγήσει σε σχηματισμό πομφού και την πρόκληση ερυθήματος χωρίς το άτομο να είναι αλλεργικό. Τα θετικά αποτελέσματα σε άτομα με αρνητικό ιστορικό αντιδράσεων στο δηλητήριο της σφήκας και της μέλισσας υποδηλώνουν υποκλινική ευαισθητοποίηση στα εν λόγω δηλητήρια.

Οι ενδοδερμικές δοκιμασίες με συγκέντρωση δηλητηρίου 10-3 g/l ανιχνεύουν το 90-100% των αλλεργικών ασθενών ενώ στη συγκέντρωση των 10-4 g/l τα ποσοστά κυμαίνονται από 75 έως 100%. Στην υψηλότερη συγκέντρωση η ειδικότητα (specificity) της μεθόδου είναι ανεπαρκής καθ' όσον 20-46% των ατόμων με αρνητικό ιστορικό αντιδράσεων δίνουν θετικές τις δερματικές δοκιμασίες. Στην καθημερινή κλινική πράξη θετικές θεωρούνται οι αντιδράσεις σε συγκεντρώσεις 10-4 g/l και χαμηλότερες και σαν "οριακές" εκείνες των 10-3 g/l. Η ηλικία των ασθενών κατά την διενέργεια των δερματικών δοκιμασιών δεν επηρεάζει τα αποτελέσματα ενώ η αντιδραστικότητα του δέρματος είναι ιδιαίτερα υψηλή 1-3 μήνες μετά το τσίμπημα ενώ η ευαισθησία του ατόμου ελάχιστα ελαττώνεται μετά πάροδο 4 έως 59 μηνών μετά το νυγμό του Υμενοπτέρου.

Ορισμένες καταστάσεις προδιαθέτουν σε "ψευδώς" αρνητικά ή θετικά αποτελέσματα. Οι πρώτες οφείλονται στο γεγονός ότι έγιναν αμέσως μετά το νυγμό, ότι το διάλυμα δεν ήταν το κατάλληλο τόσο από πλευράς συστατικών όσο και από συντηρήσεως, ότι η αντιδραστικότητα του δέρματος ήταν υπό την επήρρεια αντιισταμινικών ή ψυχοτρόπων φαρμάκων και τέλος ότι οι αντιδράσεις δεν είναι πραγματικά αλλεργικές αλλά αναφυλακτοειδείς. Στην αντίθετη περίπτωση των ψευδώς θετικών αντιδράσεων θεωρείται ότι ο ασθενής ευαισθητοποιήθηκε κατά το τελευταίο τσίμπημα, ότι η αντίδραση μπορεί να οφείλεται σε διασταυρούμενα IgE αντισώματα έναντι ζωικών ή φυτικών αντιγόνων ή ότι μπορεί να πρόκειται για τεχνητή κνίδωση (urticaria factitia).

Kατά τη διενέργεια των δερματικών δοκιμασιών είναι δυνατόν, σε σπάνιες περιπτώσεις, να εμφανιστούν συστηματικές αντιδράσεις. Ενίοτε, ορισμένοι ασθενείς εμφανίζουν ταχυπαλμίες, εφιδρώσεις ή ακόμη και λιποθυμική τάση, συμπτώματα που εύκολα αντιμετωπίζονται.

Για την ανίχνευση των ειδικών IgE αντισωμάτων εφαρμόζεται η δοκιμασία της ραδιοανοσοπροσρρόφησης (RadioAllergoSorbent Test - RAST) επίσης με εκχυλίσματα δηλητηρίων. Με την βοήθεια των εν λόγω δοκιμασιών ανιχνεύονται το 50-80% των αλλεργικών και το 0-14% των μη αλλεργικών ατόμων με θετικές αντιδράσεις. Ελαφρώς αυξημένοι τίτλοι ειδικών για τα δηλητήρια IgE αντισωμάτων παρατηρούνται στο 5-30% των ατόμων χωρίς ιστορικό αντιδράσεων μετά νυγμό Υμενοπτέρων. Οι δοκιμασίες RAST και οι αντίστοιχες δερματικές εμφανίζουν ικανοποιητική συχέτιση που κυμαίνεται από 73% έως 92% για τις μέλισσες και από 54% έως 74% για τις σφήκες.

Τα κύρια πλεονεκτήματα των δερματικών δοκιμασιών είναι η υψηλή τους ευαισθησία, το σχετικά χαμηλό κόστος και η άμεση ανάγνωση του αποτελέσματος. Τα κύρια πλεονεκτήματα των RAST είναι ότι δεν θέτουν σε κίνδυνο την ζωή του ασθενούς και ότι δεν επηρεάζονται από φάρμακα και δερματοπάθειες.

Eκτός των ειδικών IgE αντισωμάτων σημαντικό ρόλο στην αλλεργία μετά νυγμό Υμενοπτέρων παίζουν και τα ειδικά IgG αντισώματα που διαπιστώθηκαν αρχικά από τον Cooke το 1934 και επιβεβαιώθηκαν στις επόμενες δεκαετίες από σημαντικό αριθμό άλλων ερευνητών. Τα εν λόγω αντισώματα φαίνεται ότι αναστέλλουν ανταγωνιστικά την αντίδραση μεταξύ των IgE αντισωμάτων που είναι συνδεδεμένα στο κύτταρο με τα αλλεργιογόνα. H ανίχνευσή τους γίνεται με την βοήθεια ραδιοανοσολογικών μεθόδων σταθερής φάσεως

(solid phase radioimmno-assays) ή με τεχνικές ELISA (enzyme-linked immunosorbent assays). Mε τις μεθόδους αυτές διαπιστώνονται συνήθως υψηλοί τίτλοι ειδικών IgG αντισωμάτων έναντι των δηλητηρίων των εντόμων σε ασθενείς που υποβάλλονται σε ανοσοθεραπεία. Οι μελισσοκόμοι που εκτίθενται πολλαπλώς στο δηλητήριο των μελισσών εμφανίζουν εξαιρετικά υψηλές τιμές IgG. Οι παρατηρήσεις αποδίδουν στην είδική για τα δηλητήρια IgG τον προστατευτικό ρόλο της ανοσοθεραπείας. Παρά ταύτα ακόμη και ιδιαίτερα υψηλοί τίτλοι ειδικής ΙgG δεν εγγυώνται την προστασία του ατόμου σε περίπτωση νέου τσιμπήματος. Οπως και στην περίπτωση της IgE έτσι και οι τιμές της IgG εξαρτώνται από την ηλικία και είναι ιδιαίτερα υψηλές στα παιδιά ελαττούμενες σταδιακά με την πρόοδο της ηλικίας. Ο υψηλός τίτλος της IgG είναι ενδεικτικός πρόσφατης έκθεσης στο συγκεκριμένο δηλητήριο και παρά το γεγονός ότι δεν αποτελεί κριτήριο έναρξης ή όχι ανοσοθεραπείας, έχει κάποια σημασία στον έλεγχο της ειδικής απευαισθητοποίησης.

Στην προσπάθεια διερεύνησης των αντιδράσεων υπερευαισθησίας στο δηλητήριο των Υμενοπτέρων έχουν κατά καιρούς χρησιμοποιηθεί διάφορες δοκιμασίες χωρίς όμως να καταφέρουν να εδραιωθούν σαν κύρια διαγνωστικά μέσα. Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται η δοκιμασία απελευθέρωσης της ισταμίνης, η δοκιμασία αποκοκκίωσης των βασεοφίλων, η δοκιμασία πρόκλησης με το έντομο που προκαλεί τις αντιδράσεις (πάντοτε σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας και με τοποθέτηση ενδοφλεβίου καθετήρα πριν τη δοκιμασία), η διασταυρούμενη ραδιοανοσοηλεκτροφόρηση (CRIE) και η δοκιμασία ενεργοποίησης των αιμοπεταλίων.


ΠΡΟΦΥΛΑΚΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ

Εχοντας γνώση της βιολογίας των Υμενοπτέρων είναι δυνατή η ελαχιστοποίηση των κινδύνων που συνεπάγεται ένα νέο τσίμπημα με τη λήψη διαφόρων προφυλακτικών μέτρων. Πέραν αυτών ο ερασιτέχνης ή ο επαγγελματίας μελισσοκόμος θα πρέπει να πεισθεί να εγκαταλείψει την συγκεκριμένη ενασχόληση.


ΕΠΕΙΓΟΥΣΑ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ

Το τσίμπημα του μη αλλεργικού ατόμου από ένα Υμενόπτερα προκαλεί επώδυνο και συχνά κνισμώδες τοπικό οίδημα που μπορεί συχνά να επιμολυνθεί. Η προσεκτική αφαίρεση του κεντριού και η εφαρμογή περιφερικής περίδεσης σε τακτά χρονικά διαστήματα αποτελεί το πρώτο βήμα στην επείγουσα θεραπευτικά αντιμετώπιση. Το σημείο του νυγμού πρέπει να απολυμανθεί. Τα ειδικά "μολύβια εντόμων" ("insect pens") περιέχουν μεταξύ των άλλων και συστατικά όπως αμμωνία, καμφορά, μενθόλη ή τοπικά αναισθητικά που καταπραϋνουν σημαντικά τον πόνο. Δεν συνιστάται η χρησιμοποίηση κρεμών ή αλοιφών αντιισταμινικών προς αποφυγή επιβραδυνόμενων αντιδράσεων που συχνά επιφέρουν τα εν λόγω σκευάσματα. Οταν το τσίμπημα είναι στο εσωτερικό του στόματος συνιστάται η άμεση διακομιδή του ατόμου σε ιατρικό περιβάλλον λόγω της πιθανής εμφανίσεως λαρυγγικού οιδήματος. Σε σοβαρότερες περιπτώσεις είναι ενδεδειγμένη η διενέργεια διασωλήνωσης, τραχειοτομής ή κρικοθυρεοτομής.

O κίνδυνος τοξικής αντίδρασης απειλητικής για την ζωή του ατόμου είναι ορατός όταν τα τσιμπήματα είναι περισσότερα από 50 για τα παιδιά και 100-500 για τους ενήλικες. Στις περιπτώσεις αυτές επιβάλλεται η νοσοκομειακή νοσηλεία εξ αιτίας των επιπλοκών που μπορεί να εμφανισθούν και περιλαμβάνουν την νεφρική ανεπάρκεια που απαιτεί αιμοδιύλιση και το καρδιαγγειακό shock. Σε όλες τις περιπτώσεις πολλαπλών τσιμπημάτων συνιστάται η χορήγηση κορτικοστεροειδών σε μεγάλες δόσεις και αντιισταμινικών ενδοφλεβίως ενώ συνιστάται και η χορήγηση αντιβιοτικών ευρέως φάσματος.

Οι μεγάλες τοπικές αντιδράσεις συχνά είναι εκτεταμένες και καταλαμβάνουν ολόκληρα μέλη ενώ συχνά συνοδεύονται από λεμφαγγειίτιδα και λεμφαδενοπάθεια. Στις περιπτώσεις αυτές αρκεί η χορήγηση κάποιου αντιισταμινικού, η εφαρμογή κρύων επιθεμάτων και τοπικών στεροειδών και η ανύψωση του άκρου. Οταν το οίδημα είναι εκτεταμένο η συστηματική χορήγηση στεροειδών (από το στόμα) για μικρό χρονικό διάστημα είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική.


Θεραπευτική αντιμετώπιση συστηματικών αλλεργικών αντιδράσεων

Τα σημαντικότερα φάρμακα για την αντιμετώπιση των συστηματικών αλλεργικών αντιδράσεων είναι τα συμπαθητικομιμητικά, τα αντιισταμινικά και τα κορτικοστεροειδή. Η αδρεναλίνη είναι και παραμένει το φάρμακο εκλογής για την αποτελεσματική αντιμετώπιση των αναφυλακτικών καταστάσεων. Xορηγείται παρεντερικά (ενέσιμα) ή δι' εισπνοής και η δράση της είναι άμεση προκαλώντας βρογχοδιαστολή και αυξάνοντας την αρτηριακή πίεση. Οι όποιες παρενέργειες αφορούν κυρίως την ενδοφλέβιο χορήγηση του φαρμάκου (1:10.000) και περιλαμβάνουν την αύξηση των απαιτήσεων της καρδιάς σε οξυγόνο, την ελάττωση της αιματικής ροής στα στεφανιαία αγγεία και την πρόκληση αρρυθμιών ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις το φάρμακο έχει ενοχοποιηθεί για την πρόκληση εμφράγματος. Η υπέρταση, η στεφανιαία καρδιοπάθεια και ο υπερθυρεοειδισμός αποτελούν σχετικές αντενδείξεις για την παρεντερική χορήγηση των συμπαθητικομιμητικών φαρμάκων.

Τα αντιισταμινικά φάρμακα δρουν αμέσως μετά την ενδοφλέβιο χορήγησή τους και μετά από 15-30 λεπτά από την κατάποσή τους. Επειδή κατά την αλλεργική αντίδραση εκτός από την ισταμίνη παράγονται και απελευθερώνονται και άλλοι μεσολαβητές η αποκλειστική χορήγηση αντιισταμινικών δεν επαρκεί για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Αντίθετα συνιστάται ο συνδυασμός των δύο τύπων αντιισταμινικών (Η1 + Η2). Η καταστολή του κεντρικού νευρικού συστήματος (υπνηλία) που αποτελούσε την κύρια ανεπιθύμητη ενέργεια των παλαιότερων σκευασμάτων έχει ελαχιστοποιηθεί ακόμη και εξαληφθεί από τα νεώτερα σκευάσματα 2ας γενεάς.

Η δράση των κορτικοστεροειδών (κορτιζονούχων φαρμάκων) μετά από παρεντερική χορήγησή τους κυμαίνεται από 1 έως 4 ώρες και στοχεύει στην αναστολή της σύνθεσης των σημαντικών μεσολαβητικών χημικών ουσιών των διαφόρων κυττάρων. Οταν απουσιάζουν τα αναπνευστικά ή τα καρδιαγγειακά συμπτώματα η ενδοφλέβιος χορήγηση αντιισταμινικών είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική για την αντιμετώπιση της κνίδωσης και του αγγειοοιδήματος σε συνδυασμό με την από του στόματος ή την παρεντερική χορήγηση κορτικοστεροειδών.


Θεραπεία αναφυλακτικού shock

Η ανύψωση των άκρων του ασθενούς (θέση shock) και η υποδόρια χορήγηση αδρεναλίνης (1:1000) σε δόση 0.3 έως 0.5 ml αποτελούν τα πρώτα βήματα στην αντιμετώπιση του αναφυλακτικού shock. Ακολουθεί η ενδοφλέβια χορήγηση Η1 και Η2 αντιισταμινικών και πρεδνιζολόνης, η παρεντερική αναπλήρωση υγρών και ηλεκτρολυτών, η διασωλήνωση και η υποβοήθηση του αερισμού με μηχανικά μέσα κατά περίπτωση.

Μετά την αντιμετώπιση των οξέων συμπτωμάτων, όλοι οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται από τον Αλλεργιολόγο για την φύση του προβλήματός τους, για τα προφυλακτικά μέτρα που θα πρέπει να λαμβάνουν και για την πιθανότητα ενάρξεως ανοσοθεραπείας μετά από λεπτομερή εργαστηριακό έλεγχο. Ταυτόχρονα τους διδάσκεται η τεχνική χορήγησης αδρεναλίνης και τους προκαθορίζεται η ανάλογη δόση κατά περίπτωση. Στο εμπόριο υπάρχουν ειδικά κυτία πρώτων βοηθειών που περιέχουν και ενέσεις αδρεναλίνης (Ana-Kit, Dome Hollister Stier), αλλά και συσκευές αυτόματης έγχυσης προκαθορισμένης δόσης του φαρμάκου (Mini-I-Jet, IMS - Epipen Adult & Junior, Center Laboratories - FastJekt, Allergopharma Joachim Ganzer KZ).


ΑΝΟΣΟΘΕΡΑΠΕΙΑ

Η ανοσοθεραπεία αποτελεί σήμερα την θεραπεία εκλογής για περιπτώσεις αλλεργικών αντιδράσεων ύστερα από νυγμό Υμενοπτέρων.

Η αποτελεσματικότητα της ανοσοθεραπείας με εκχυλίσματα δηλητηρίων σφηκών και μελισσών είναι δεδομένη και σημαντικός αριθμός εργασιών αποδεικνύει την θετική της επίδραση στην ελαχιστοποίηση των αλλεργικών αντιδράσεων. Σε ποσοστό 71-100% των ασθενών που υποβάλλονται σε ανοσοθεραπεία δεν παρατηρούνται περαιτέρω συστηματικές αντιδράσεις μετά από πρόκληση με ζωντανό έντομο ή τυχαίο τσίμπημα. Στις περισσότερες μελέτες που αφορούσαν παιδιά ή που οι ασθενείς υποβάλλοντο σε ανοσοθεραπεία με δηλητήριο σφήκας το ποσοστό προφύλαξης είναι εντυπωσιακά υψηλό (98-100%). Το ποσοστό επιτυχίας είναι χαμηλότερο στους ενήλικες κυμαινόμενο περί το 87%.

Η απόφαση για την έναρξη ανοσοθεραπείας στηρίζεται στο ιστορικό και την κλινική εικόνα του ασθενούς. Με βάση τα ανωτέρω καθορίζεται ο κίνδυνος αντίδρασης μετά από νέο τσίμπημα και εκτιμάται η αλλεργική φύση των αντιδράσεων και η ψυχολογική κατάσταση του ατόμου. Δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής το γεγονός ότι ο κίνδυνος θανάτου μετά από νυγμό Υμενοπτέρου είναι μικρός ακόμη και σε περιπτώσεις επανειλημμένων συστηματικών αντιδράσεων, ότι η ανοσοθεραπεία είναι χρονοβόρος, κοστίζει αρκετά και ενέχει κινδύνους.

Ο κίνδυνος κατά την επανέκθεση του ατόμου στο δηλητήριο των Υμενοπτέρων εξαρτάται από την ηλικία του ατόμου, την σοβαρότητα των προηγούμενων αντιδράσεων και συχνά, από το είδος του εντόμου. Στα παιδιά η πρόγνωση είναι πολύ καλύτερη έναντι των ενηλίκων και μάλιστα εκείνων που είναι μεγαλύτεροι των 40 ετών. Οι ασθενείς με ήπιες συστηματικές αντιδράσεις έχουν καλύτερη πρόγνωση συγκρινόμενοι με εκείνους που εμφάνισαν αναπνευστική ή καρδιαγγειακή συμπτωματολογία. Η ενασχόλιση του ασθενούς σε αγροτικές, κηπουρικές ή μελισσοκομικές εργασίες αυξάνει την πιθανότητα νέου τσιμπήματος. Η ανοσοθεραπεία δεν συνιστάται εάν δεν υπάρχει τεκμηριωμένη αλλεργία με βάση τις δερματικές δοκιμασίες και/ή τις δοκιμασίες RAST. Στη σπάνια περίπτωση που οι σχετικές δοκιμασίες είναι αρνητικές αλλά το ιστορικό του ασθενούς είναι σαφώς θετικό, η ανοσοθεραπεία θα μπορούσε να δράσει προστατευτικά παρά το γεγονός ότι οι αντιδράσεις δεν επισυμβαίνουν με την μεσολάβηση της IgE. Οσον αφορά την ψυχολογική κατάσταση του ατόμου είναι απαραίτητη η συνεργασία του για την επιτυχή έκβαση της εν λόγω μακροχρόνιας θεραπείας.

Κατά κανόνα, η έναρξη της ανοσοθεραπείας δεν συνιστάται στις εγκύους. Οταν όμως η ασθενής ευρίσκεται ήδη σε ανοσοθεραπεία συντηρήσεως χωρίς να εμφανίζει ιδιαίτερες αντιδράσεις τότε η ανοσοθεραπεία συνεχίζεται με την χαμηλότερη δυνατή δόση που παρέχει επαρκή προστασία. Σε αντίθετες περιπτώσεις κάθε πιθανή συστηματική αναφυλαξία μπορεί να οδηγήσει σε αποβολή του εμβρύου ή σε σοβαρή βλάβη της υγείας του.

Σε παιδιά ηλικίας μικρότερης των 5 ετών δεν συνιστάται η έναρξη ανοσοθεραπείας με γνώμονα το ότι ο κίνδυνος από νέο τσίμπημα είναι μικρότερος ενώ οι πολλές ενέσεις είναι δυνατόν να έχουν ψυχολογικές επιπτώσεις στο παιδί. Στους μεγαλύτερους ασθενείς η απόφαση για ανοσοθεραπεία λαμβάνει υπ' όψη τον κίνδυνο πρόκλησης μονιμης βλάβης ή και τον θάνατο μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου ή εγκεφαλικό επεισόδιο. Οταν ο ασθενής είναι σε θεραπεία με καρδιολογικά φάρμακα (β-blockers), η χρησιμοποίηση φαρμάκων αντιμετώπισης μιας αναφυλακτικής αντίδρασης είναι δυνατόν να επιδεινώσει την κατάσταση, γι' αυτό συνιστάται η χορήγηση εναλλακτικών φαρμάκων.

Η επιλογή του αντιγόνου βασίζεται στο ιστορικό του ασθενή και στα αποτελέσματα των διαγνωστικών δοκιμασιών. Οταν αυτά συμφωνούν ή όταν ένα δηλητήριο είναι θετικό και ο ασθενής είναι σίγουρος για το είδος του εντόμου που τον τσίμπησε, η εκλογή είναι εύκολη. Οι δυσκολίες εμφανίζονται όταν οι δοκιμασίες είναι θετικές για περισσότερα του ενός δηλητήρια. Οταν οι δοκιμασίες με δηλητήρια μέλισσας και σφηκών είναι θετικές αλλά τα έντομα δεν έχουν μετά βεβαιότητας αναγνωρισθεί, η ανοσοθεραπεία επιτελείται και με τα δύο δηλητήρια. Οταν το έντομο έχει αναγνωρισθεί μετά βεβαιότητας αλλά και οι δοκιμασίες στα δηλητήρια της μέλισσας και των σφηκών είναι θετικές η ειδική απευαισθητοποίηση γίνεται με το δηλητήριο του εντόμου που τσίμπησε τον ασθενή. Επειδή η διασταυρούμενη αντιδραστικότητα μεταξύ των διαφόρων σφηκών (vespula, dolichovespula, vespa) είναι ιδιαίτερα εκτεταμένη ένα μείγμα των εν λόγω δηλητηρίων αρκεί για την απευαισθητοποίηση. Οταν η συμμετοχή της polistes είναι βέβαιη χρησιμοποιείται μείγμα vespula και polistes.

H συνιστώμενη δόση συντηρήσεως είναι εκείνη των 100 μg πρωτεϊνης δηλητηρίου που ισοδυναμεί με δύο τσιμπήματα μέλισσας και ίσως πολύ περισσότερα σφήκας. Ορισμένοι ειδικοί χορηγούν 50 μg ενώ άλλοι συνιστούν υπερδιπλάσια δόση (200 μg). Αναμφισβήτητα η επιτυχία της θεραπείας είναι μεγαλύτερη με την χορήγηση μεγαλύτερων δόσεων το ίδιο όμως συχνότερες είναι και οι ανεπιθύμητες ενέργειες. Τα ανοσοθεραπευτικά σχήματα σε γενικές γραμμές διακρίνονται: (1) στην ταχεία (rush) ανοσοθεραπεία κατά κανόνα σε εσωτερικούς (νοσοκομειακούς) ασθενείς, (2) στην συμβατική (conventional) ανοσοθεραπεία σε εβδομαδιαία διαστήματα και (3) στην σειριακή (cluster) ανοσοθεραπεία κατά την οποία χορηγούνται αρκετές ενέσεις την ίδια ημέρα μιά ή δύο φορές την εβδομάδα. Οι αλλεργικές αντιδράσεις εμφανίζονται συχνότερα στην ταχεία μέθοδο σε σύγκριση με τα περισσότερο συντηρητικά σχήματα. Μερικές φορές, η ανοσοθεραπεία προσαρμόζεται ανάλογα με την πορεία του ασθενούς. Eτσι η θεραπεία διακόπτεται όταν ο ασθενής προσβληθεί από ιογενή ή άλλη λοίμωξη ενώ σε περίπτωση διακοπής μεγαλύτερης των 2 μηνών το δοσολογικό σχήμα συνεχίζεται με το 1/2 της τελευταίας καλώς ανεκτής δόσεως και ακολουθεί εβδομαδιαία προοδευτική αύξηση μέχρις ότου επιτευχθεί το επιθυμητό επίπεδο συντηρήσεως.

Η αποτελεσματικότητα της ανοσοθεραπείας με εκχυλίσματα δηλητηρίων Υμενοπτέρων ελέγχεται αναμφισβήτητα ύστερα από νέο τσίμπημα από το έντομο που προκάλεσε την ανεπιθύμητη συμπτωματολογία. Επειδή η δοκιμασία αυτή κρύβει κινδύνους, θα πρέπει να γίνεται με την γραπτή συγκατάθεση του ασθενούς και υπό ελεγχόμενες συνθήκες επείγουσας αντιμετώπισης αναφυλακτικών αντιδράσεων (στο νοσοκομείο). Το τυχαίο, χωρίς παρενέργειες, τσίμπημα επιβεβαιώνει την αποτελεσματικότητα της θεραπείας με τη διαφορά ότι η πιθανότητα εσφαλμένης αναγνώρισης του εντόμου στερεί τμήμα της αξιοπιστίας του γεγονότος σε σύγκριση με την δοκιμασία πρόκλησης.

Από εργαστηριακής πλευράς, η ειδική ανοσοσφαιρίνη-Ε (IgE_ συνήθως αυξάνει κατά την αρχική φάση της θεραπείας και φθάνει στα μέγιστα επίπεδά της σε 1 έως 3 μήνες. Στη συνέχεια σταδιακά ελαττώνεται. Μετά ένα έτος είναι συνήθως κάτω από την αρχική τιμή της και μετά πάροδο 3 ετών δεν είναι ανιχνεύσιμη στο 10 έως 20% των ασθενών με αυξημένη, αρχικά, ειδική για το δηλητήριο IgE. Η δερματική ευαισθησία εμφανίζει γενικά παρόμοια πορεία παρά το γεγονός ότι οι δερματικές δοκιμασίες παραμένουν θετικές για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα σε σύγκριση με τις δοκιμασίες RAST. Τα ειδικά αντισώματα IgG αυξάνουν ταχέως κατά την αρχική φάση και μάλιστα κατά το πρώτο τρίμηνο και στη συνέχεια παραμένουν σε επίπεδα συνήθως υψηλότερα των αρχικών καθόλη τη διάρκεια της θεραπείας. Σαν κανόνας, η αρνητικοποίηση των δερματικών δοκιμασιών και των αντίστοιχων RASTs κατά τη διάρκεια της θεραπείας είναι ενδεικτική της απώλειας της κλινικής ευαισθησίας.

Η διάρκεια της θεραπείας εξαρτάται από την βαρύτητα των αντιδράσεων αλλά και από τον βαθμό συνεργασίας μεταξύ ασθενούς και ιατρού. Δεν είναι επί του παρόντος γνωστή η ακριβής διάρκεια της ειδικής αυτής θεραπείας. Γεγονός είναι ότι η ανοσοθεραπεία διαρκεί κατ' ελάχιστον 3 έως 5 χρόνια ενώ τα κριτήρια διακοπής της χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης.

Η πλειοψηφία των αντιδράσεων που εκδηλώνονται κατά την διενέργεια της απευαισθητοποίησης είναι αλλεργικής φύσεως. Σπανίζουν σε δόσεις μικρότερες του 1 μg και είναι ιδιαίτερα συχνές στα δοσολογικά σχήματα μεταξύ 10 και 50 μg. Υποκειμενικά συμπτώματα είναι δυνατόν να εμφανιστούν σε όλες τις δόσεις ακόμη και ύστερα από χορήγηση εικονικού φαρμάκου (placebo). Δεν έχουν ανακοινωθεί μακροχρόνιες αρνητικές επιδράσεις της ανοσοθεραπείας ενώ δεν έχουν περιγραφεί θάνατοι κατά την διενέργειά της. Η συχνότητα των ανεπιθυμήτων ενεργειών εξαρτάται από το είδος του δηλητηρίου που ενίεται, την ηλικία του ασθενούς, τη βαρύτητα της τελευταίας συστηματικής αντίδρασης και το θεραπευτικό πρωτόκολο που εφαρμόζεται. Το δηλητήριο της μέλισσας προκαλεί περισσότερες συστηματικές αντιδράσεις σε σύγκριση με το αντίστοιχο της σφήκας. Παράλληλα τα δηλητήρια των polistes και hornet ενοχοποιούνται για συχνότερες αντιδράσεις έναντι του δηλητηρίου της μεγάλης σφήκας (vespula). Τα παιδιά εμφανίζουν λιγότερο συχνά αλλεργικές αντιδράσεις συγκρινόμενα με τους ενήλικες ενώ οι ασθενείς με ιστορικό βαρέων συστηματικών αντιδράσεων εμφανίζουν κατά κανόνα συχνότερα και αντιδράσεις κατά την θεραπεία. Γενικά, η συχνότητα των ανεπιθυμήτων αντιδράσεων κατά την ανοσοθεραπεία με δηλητήρια Υμενοπτέρων δεν είναι υψηλότερη εκείνης με εκχυλίσματα γύρεων, ακάρεων οικιακής σκόνης ή μυκήτων (αεροαλλεργιογόνα).

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες είναι δυνατόν να προληφθούν έως ένα βαθμό όταν της ενέσεως του εκχυλίσματος προηγείται λεπτομερής κλινική εξέταση του ασθενούς, ενημέρωση του γιατρού σχετικά με την ανοχή της τελευταίας δόσης και την γενική κατάσταση της υγείας του ατόμου. Το αλλεργιογόνο ενίεται βαθέως υποδορίως στην έξω επιφάνεια του βραχίονα με συνεχείς αναρροφήσεις προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο τυχαίας ενδαγγειακής εγχύσεως του διαλύματος. Ο ασθενής παραμένει πάντοτε υπό παρακολούθηση για 45 έως 60 λεπτά μετά την ένεση. Για την αντιμετώπιση των αλλεργικών αντιδράσεων θα πρέπει να υπάρχουν πάντοτε διαθέσιμα ενέσιμα (αδρεναλίνη, πρεδνιζόνη, αμινοφυλλίνη, αντιισταμινικά), εισπνεόμενα (αδρεναλίνη, βρογχοδιασταλτικά) και από το στόμα χορηγούμενα (αντιισταμινικά, κορτικοστεροειδή) φάρμακα και εξοπλισμός καρδιοπνευμονικής αναζωογόνησης.

Σε ορισμένες περιπτώσεις η ανοσοθεραπεία δεν αποβαίνει επιτυχής. Ετσι, είτε οι επανειλημμένες αλλεργικές αντιδράσεις δεν επιτρέπουν να φθάσει ο ασθενής σε θεραπεία συντηρήσεως, είτε ο ασθενής εμφανίζει εκ νέου συστηματικές αναφυλακτικές αντιδράσεις μετά από νέο τσίμπημα του εντόμου για το οποίο υποβάλλεται σε ανοσοθεραπεία. Στις σπάνιες αυτές περιπτώσεις ο ασθενής διδάσκεται και εφοδιάζεται με τον απαραίτητο φαρμακευτικό εξοπλισμό για την αντιμετώπιση των νυγμών των Υμενοπτέρων, ενώ η ανοσοθεραπεία διακόπτεται.

Παρασκευή 15 Οκτωβρίου 2010

*. Οι κηρήθρες του μελισσιού.-

Οι κηρήθρες του μελισσιού (ο σκελετός)

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ
Οι κηρήθρες αποτελούν ουσιαστικά τη φωλιά του μελισσιού. Είναι κατακόρυφες και παράλληλες μεταξύ τους, ενώ βρίσκονται στερεωμένες στο πάνω μέρος μιας φυσικής κοιλότητας ή του κηρηθροφορέα.
Η κάθε κηρήθρα έχει πάχος συνήθως 25mm , ενώ η απόστασή της από τη γειτονική κηρήθρα (από το κέντρο της μιας έως το κέντρο της άλλης) είναι 35 -38mm. Η απόσταση αυτή των κηρηθρών έχει ονομασθεί «χώρος της μέλισσας» και η ανακάλυψή του από τον Langstroth οδήγησε ουσιαστικά στην κατασκευή των σύγχρονων κυψελών και έθεσε τις βάσεις για τη σύγχρονη μελισσοκομία.
Η κάθε κηρήθρα έχει δύο επιφάνειες, που αποτελούνται από εξαγωνικά στενόμακρα κελιά. Ο μεσότοιχος της κηρήθρας αποτελεί κοινή βάση για τέσσερα κελιά, ενώ η βάση του κάθε κελιού είναι βαθουλωτή πυραμοειδής, επιδέξια τοποθετημένη η μία μέσα στην άλλη. Τα κελιά παρουσιάζουν μία ελαφριά κλίση προς τα πάνω, έτσι ώστε τα λεπτόρρευστα υγρά (νέκταρ, τροφή γόνου) που οι μέλισσες τοποθετούν σ’ αυτά να μην ρέουν.
Τα κελιά που προορίζονται να εκτροφή εργατριών μελισσών έχουν μικρότερη διάμετρο από αυτά που προορίζονται για την εκτροφή κηφήνων. Σε επιφάνεια κηρήθρας 1dm2 αναλογούν 875 κελιά εργατριών μελισσών, ενώ αντίστοιχα μόνο 520 κελιά κηφήνων. Επίσης διάκριση υπάρχει ανάμεσα στα κελιά που προορίζονται για την εκτροφή γόνου γενικά και σ’ αυτά στα οποία θα αποθηκευτεί το μέλι, όσον αφορά στα κέρινα καλύμματά τους. Έτσι τα κελιά του γόνου αφήνουν την προνύμφη να αναπνεύσει και έτσι σ’ αυτά τα καλύμματα φαίνονται φουσκωμένα και αφράτα, ενώ αντίθετα τα καλύμματα των κελιών του μελιού έχουν αντίθετη κλίση (βαθουλωμένα), καθώς κλείνουν αεροστεγώς το κελί.
Θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι το ιδανικό σχήμα ενός κελιού εκτροφής
μιας προνύμφης θα ήταν το κυλινδρικό. Άλλωστε κυλινδρικά κελιά κατασκευάζει ο
Βομβίνος, είδος που ανήκει στην ίδια οικογένεια με τη μέλισσα. Γιατί λοιπόν το
εξαγωνικό σχήμα κελιού;
Εάν συγκρίνουμε τα σχήματα που παρουσιάζονται στη Φωτ., θα παρατηρήσουμε ότι εάν το σχήμα των κελιών ήταν κυκλικό, οκτάγωνο ή πεντάγωνο, τότε θα έμεναν μεταξύ αυτών κενοί χώροι. Αυτό θα σήμαινε σπατάλη χώρου και υλικού, καθώς τα τοιχώματα θα έπρεπε να ήταν διπλά. Στην περίπτωση που τα κελιά είχαν σχήμα τριγωνικό, τετράγωνο ή εξάγωνο, παύουν να υπάρχουν αυτά τα δύο μειονεκτήματα. Τα τριγωνικά, τετράγωνα και εξάγωνα κελιά του σχήματος είναι έτσι σχεδιασμένα ώστε να καλύπτουν ισομεγέθεις επιφάνειες. Έτσι με το ίδιο βάθος έχουν και ίδια χωρητικότητα (μέλι, γύρη). Η διαφορά τους είναι ότι τα εξάγωνα κελιά έχουν μικρότερη περίμετρο και άρα για την κατασκευή τους απαιτείται μικρότερη ποσότητα πρώτης ύλης (κερί).



Συμπερασματικά λοιπόν το εξαγωνικό σχήμα κελιών της κηρήθρας αξιοποιεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τον διαθέσιμο χώρο, από την άποψη της οικονομίας υλικού, της χωρητικότητας και της σταθερότητας.

ΚΤΙΣΙΜΟ ΚΗΡΗΘΡΩΝ

Οι μέλισσες κτίζουν κατακόρυφα, από επάνω προς τα κάτω, αξιοποιώντας κάθε σχήματος χώρο (κυκλικό, τετράγωνο). Το κτίσιμο γίνεται από ομάδες μελισσών.
Κάθε ομάδα ανεξάρτητα από την άλλη κτίζει, όπως και κάθε μέλισσα της ίδιας
ομάδας, ξεκινώντας μάλιστα και από διαφορετικό μέρος της φωλιάς ή της κηρήθρας.
Έτσι στα σημεία σύνδεσης παρουσιάζονται συνήθως ατέλειες.Το κτίσιμο ξεκινά με την παραγωγή κεριού από τους κηρογόνους αδένες της μέλισσας. Η μέλισσα πιάνει το κάθε λέπι κεριού με το τελευταίο ζεύγος ποδών και το πλάθει προσθέτοντας εκκρίσεις από τους σιαγονικούς αδένες. Τοποθετώντας στη βάση στήριξης της κηρήθρας ένα καλούπι από άμορφο υλικό αρχίζουν να το σκάβουν από τις δύο μεριές του.



Καθώς διαμορφώνεται το σχήμα πρώτα ολοκληρώνεται ο μεσότοιχος, ενώ το κτίσιμο συνεχίζει προσθέτοντας και αφαιρώντας κερί και επιμηκύνοντας τα τοιχώματα. Το τελευταίο στάδιο η το βερνίκωμα του κελιού με πρόπολη, 1-2 ημέρες μετά την ολοκλήρωσή του. Αξιοπερίεργο είναι ότι η διαδικασία αυτή, για ένα συγκεκριμένο κομμάτι της κηρήθρας δεν ολοκληρώνεται από τη μέλισσα που το ξεκίνησε. Ποτέ η ίδια δεν τελειώνει αυτό που ξεκινά.

ΣΥΣΚΕΥΕΣ & ΟΡΓΑΝΑ

Οι συσκευές και τα όργανα της μέλισσας που δραστηριοποιούνται κατά το κτίσιμο
είναι:
* οι κηρογόνοι αδένες. Κηρογόνους αδένες διαθέτουν μόνο οι εργάτριες μέλισσες,
οι οποίοι μάλιστα βρίσκονται σε λειτουργία μόνο όταν η μέλισσα είναι ηλικίας 12 -
18 ημερών. Οι κηρογόνοι αδένες βρίσκονται στους τέσσερις τελευταίους κοιλιακούς δακτυλίους, ενώ για την σωστή λειτουργίας τους απαιτείται επίσης η μέλισσα να έχει στη διάθεσή της νέκταρ και γύρη (ανθοφορία). Έχει υπολογιστεί ότι για να παραχθεί 1 Kg κερί θα πρέπει να καταναλωθούν 8 Kg μέλι, ενώ η μέλισσα σε 15 ημέρες παραγωγής κεριού χάνει το 20% των πρωτεϊνών του σώματός της.
* η βούρτσα του τελευταίου ζεύγους ποδιών. Η βούρτσα αυτή χρησιμοποιείται για να αγκιστρώνει η μέλισσα το λέπι κεριού που παράγεται από τους αδένες
* σιαγώνες και σιαγονικές εκκρίσεις. Οι σιαγώνες και οι εκκρίσεις των σιαγονικών αδένων βοηθούν το ζύμωμα του κεριού
* αισθητήρια όργανα στις κεραίες και στην κεφαλή. Τριχίδια που υπάρχουν στις κεραίες και στην κεφαλή των μελισσών θεωρούνται ότι λειτουργούν ως γωνιόμετρο
* αισθητήρια όργανα ισορροπίας. Ομάδες τριχιδίων στη βάση της κεφαλής της μέλισσας και στην περιοχή σύνδεσης θώρακα και κοιλίας υπεύθυνα για την αίσθηση της ισορροπίας και την αντίληψη της κατεύθυνσης του γήινου μαγνητικού πεδίου. Έτσι οι μέλισσες μπορούν να κτίζουν κατακόρυφα τις κηρήθρες, προς την κατεύθυνση αυτή. Λειτουργούν δηλαδή ως ‘νήμα της στάθμης’.
* Όργανα συλλογής και μεταφοράς της πρόπολις. Είναι τα ίδια με τα όργανα συλλογής και μεταφοράς της γύρης. Με πρόπολη οι μέλισσες καλύπτουν όλη την κηρήθρα και τα κελιά εσωτερικά, αφ’ ενός για συντήρηση και αφ’ ετέρου για απολύμανση.

ΕΙΔΗ ΚΕΛΙΩΝ

Υπάρχουν τριών ειδών κελιά στην κηρήθρα :
* εργατικά κελιά. Είναι τα κελιά όπου εκτρέφονται οι εργάτριες μέλισσες. Είναι οριζόντια, με διάμετρο περίπου 5 mm. Η διάμετρος αυτή μικραίνει κάθε φορά που μία μέλισσα εκκολάπτεται από ένα κελί, αφού αφήνει πίσω της τα εκδύματά της. Τα εργατικά κελιά μπορούν να χρησιμοποιηθούν, εκτός από την ανάπτυξη των μελισσών και για την αποθήκευση τροφών, μελιού και γύρης.
* κηφηνοκέλια. Είναι τα κελιά από τα οποία εκκολάπτονται οι κηφήνες. Είναι οριζόντια με διάμετρο περίπου 7 mm. Τα κέρινα καλύμματά τους είναι ελαφρώς ανασηκωμένα, σε σχέση με τα εργατικά, πράγμα το οποίο οφείλεται στη διαφορά μεγέθους μεταξύ προνύμφης μέλισσας και κηφήνα. Στα κηφηνοκέλια αποθηκεύεται επίσης μέλι, αλλά ποτέ γύρη
* βασιλικά κελιά. Είναι τα κελιά από τα οποία εκκολάπτονται οι βασίλισσες. Είναι κατακόρυφα, παράλληλα με την κηρήθρα, με διάμετρο περίπου 9 mm. Παρουσιάζονται στην κυψέλη σε συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα και έτσι διακρίνονται σε:




*- βασιλικά κελιά διάσωσης , όταν το μελίσσι προσπαθεί να αντικαταστήσει τη βασίλισσά του που χάθηκε ξαφνικά
*- βασιλικά κελιά αντικατάστασης , όταν το μελίσσι αποφασίζει να αντικαταστήσει μία προβληματική βασίλισσα, λόγω ηλικίας, ασθένειας ή άλλον.
*- βασιλικά κελιά σμηνουργίας , όταν το μελίσσι πρόκειται να σμηνουργήσει, δηλαδή να πολλαπλασιαστεί

από άρθρο της ∆ρ. Σοφίας Γούναρη
Ερευνήτρια Γ΄
Ινστιτούτο Κτηνιατρικών Ερευνών Αθηνών-ΕΘΙΑΓΕ

Πέμπτη 14 Οκτωβρίου 2010

*. Η Κοινωνία των Μελισσών.-

Η καταγωγή των μελισσών

Οι μέλισσες εμφανίστηκαν στη γη πριν από 80 εκατομμύρια χρόνια , περίπου, και εξελίχθηκαν από έντομα που έμοιαζαν με σφήκες (Michener 1974). Σήμερα σε όλο τον κόσμο υπάρχουν πάνω από 20000 είδη μελισσών και 700 γένη , ανάμεσα σ’αυτές και η κοινή μέλισσα Apis Mellifera L. Πιστεύεται ότι το σημείο από όπου άρχισε η διασπορά της Apis Mellifera ήταν η περιοχή της ινδικής χερσονήσου και της νοτιοανατολικής Ασίας. Το ελάχιστο μέγεθος μέλισσας είναι 2 χιλιοστά και το μέγιστο 39 χιλιοστά (Rindener, 1986)

Η κοινωνία


Η μέλισσα είναι κοινωνικό έντομο και ζει σε πολυάριθμες , καλά οργανωμένες κοινωνίες τα μελίσσια. Κάθε μελίσσι περιλαμβάνει μερικές χιλιάδες άτομα , 40.000 ή και περισσότερα στις αρχές του



καλοκαιριού, τα οποία έχουν διαφοροποιηθεί σε τρεις τάξεις , τις εργάτριες που αποτελούν το σύνολο σχεδόν του πληθυσμού, τους κηφήνες και τη βασίλισσα.


Το σπίτι της κοινωνίας


Το μελίσσι ζει σε φωλιές που το προστατεύουν από τον αέρα και τη βροχή. Η φωλιά είναι ένας κοίλος χώρος με μικρή είσοδο όπως η κουφάλα ενός δέντρου, η κοιλότητα κάποιου βράχου ή κάποιου κτίσματος , όπου στο εσωτερικό της οι μέλισσες χτίζουν κηρήθρες. Το 1885 ο Αμερικανός μελισσοκόμος Langstronth κατασκεύασε την πρώτη κυψέλη, ένα σύνθετο εργαλείο, που επιτρέπει στο μελισσοκόμο να επεμβαίνει στη ζωή του



μελισσιού, να υποβοηθά την ανάπτυξή του με διάφορους μελισσοκομικούς χειρισμούς και να συλλέγει περισσότερο μέλι.Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους οι μέλισσες το περνούν σε δραστηριότητες μέσα στη φωλιά τους και μόνο ένα μικρό μέρος των δραστηριοτήτων τους λαμβάνει χώρα στο εξωτερικό περιβάλλον και γίνεται αντιληπτό σε μας.


Η εργάτρια

Είναι το μικρότερο σε μέγεθος άτομο του μελισσιού. Έχει κοντή κοιλιά, μακριά φτερά, μακριά προβοσκίδα και κεντρί. Έχει όργανα για να συλλέγει και να μεταφέρει νερό, νέκταρ και γύρη, και αδένες που μεταξύ άλλων παράγουν


βασιλικό πολτό και κερί. Η εργάτρια είναι ατελές θηλυκό και έχει ατροφικό αναπαραγωγικό σύστημα. Σε εποχές έντονης δραστηριότητας , άνοιξη και καλοκαίρι , ζει το πολύ 45 μέρες ενώ το χειμώνα μέχρι και 6 μήνες. Ουσιαστικά , κύρια αποστολή της , είναι η ενασχόληση με όλες τις εργασίες του μελισσιού, εξού και το όνομά της.


Ο κηφήνας


Είναι το αρσενικό άτομο του μελισσιού. Έχει κοντή προβοσκίδα, μεγάλα μάτια, φαρδιά κοιλιά και θώρακα. Σε αντίθεση με την εργάτρια δεν έχει κεντρί , ούτε όργανα συλλογής τροφής και παραγωγής κεριού. Το αναπαραγωγικό του σύστημα ωριμάζει 12 μέρες μετά τη γέννησή του και παράγει έως και 10.000.000 σπερματοζωάρια. Κύρια αποστολή του είναι η γονιμοποίηση της βασίλισσας. Έτσι όταν το νέκταρ σπανίζει, οι εργάτριες απομακρύνουν τους κηφήνες από το μελίσσι και τους αφήνουν να πεθάνουν από την πείνα. Ζει το πολύ 2 μήνες.


Η βασίλισσα


Είναι το πιο μεγαλόσωμο άτομο του μελισσιού. Οι λαμπρότεροι χρωματισμοί και η μακρύτερη κοιλία την κάνουν να μοιάζει με σφήκα και να ξεχωρίζει εύκολα από τις πιο μικρόσωμες εργάτριες και τους χοντροφτιαγμένους κηφήνες. Δεν έχει όργανα για συλλογή γύρης ούτε κηρογόνους αδένες για παραγωγή κεριού όπως η εργάτρια. Το κεντρί της το χρησιμοποιεί για να σκοτώσει τις αδελφές της βασίλισσες και σχεδόν ποτέ



εναντίον του ανθρώπου. Η βασίλισσα ζει 3-5 χρόνια και μένει διαρκώς μέσα στην κυψέλη. Πετά έξω απ’ αυτή μόνο δύο φορές στη ζωή της , μια για να γονιμοποιηθεί και μία για να σμηνουργήσει. Αν βρεθεί από άλλη αιτία έξω από την κυψέλη, δεν μπορεί να επιστρέψει σ’ αυτή. Κάθε μελίσσι έχει μια μόνο βασίλισσα, που είναι το μοναδικό τέλειο θηλυκό άτομο του μελισσιού και μαζί η μητέρα όλου του πληθυσμού. Δε συλλέγει τροφή ούτε ασχολείται με άλλες εργασίες. Κύρια αποστολή της είναι η ωοτοκία και η διοίκηση του μελισσιού.




Το αναπαραγωγικό σύστημα

Ανεπτυγμένο αναπαραγωγικό σύστημα έχουν μόνο οι βασίλισσες και οι κηφήνες. Οι εργάτριες έχουν ατροφικό αναπαραγωγικό σύστημα. Επτά ημέρες μετά την εκκόλαψή της η βασίλισσα πετά έξω από την κυψέλη, στους χώρους συγκέντρωσης των κηφήνων, όπου ζευγαρώνει συνήθως με 8-12 κηφήνες, στον αέρα και σε ύψος 25 μέτρων περίπου, με θερμοκρασίες μεγαλύτερες από 20 ο C , με ταχύτητα ανέμου μικρότερη από 28 χιλιόμετρα την ώρα, κατά τις απογευματινές ώρες. Κατά τη σύζευξη, τα γεννητικά όργανα του κηφήνα αναστρέφονται , βγαίνουν από το σώμα του και με τη σύσπαση των μυών της κοιλιάς επέρχεται η εκσπερμάτωση. Στη συνέχεια τα γεννητικά του όργανα αποκόπτονται από το σώμα του με αποτέλεσμα το θάνατό του. Μέρος των γεννητικών του οργάνων παραμένει στον κόλπο της βασίλισσας, είναι το λεγόμενο ‘σημάδι ζευγαρώματος’, το οποίο απομακρύνει ο επόμενος κηφήνας. Το ζευγάρωμα διαρκεί 5-18 λεπτά. Η βασίλισσα αποθηκεύει όλο το σπέρμα στη σπερματοθήκη , ο αδένας της οποίας εκκρίνει θρεπτικά συστατικά, για την επιβίωση των 7.000.000 περίπου σπερματοζωαρίων, τα οποία είναι αρκετά για όλη τη διάρκεια της ζωής της. Έτσι η βασίλισσα κατά την ωοτοκία επιλέγει αν θα γονιμοποιήσει ή όχι κάθε αυγό που περνά από τους ωαγωγούς της.


Διαφοροποίηση φύλλου και κάστας


Η βασίλισσα ωοτοκεί δύο ειδών αυγά, γονιμοποιημένα και αγονιμοποίητα. Τα αγονιμοποίητα θα δώσουν κηφήνες, ενώ τα γονιμοποιημένα θα δώσουν θηλυκά άτομα (Winston 1987). Η διαφοροποίηση αυτή ονομάζεται διαφοροποίηση φύλου. Στη συνέχεια τα θηλυκά άτομα μπορούν να εξελιχθούν σε βασίλισσες ή εργάτριες, ανάλογα με τη διατροφή τους



στο στάδιο της προνυμφικής τους ηλικίας. Οι προνύμφες που εξελίσσονται σε βασίλισσες τρέφονται αποκλειστικά με άφθονο βασιλικό πολτό όλες τις μέρες της διατροφής τους, ενώ οι προνύμφες που εξελίσσονται σε εργάτριες τρέφονται τις τρεις πρώτες μέρες με λιγοστό βασιλικό πολτό και τις υπόλοιπες με βασιλικό πολτό, γύρη και μέλι. Η διαφοροποίηση αυτή ονομάζεται διαφοροποίηση κάστας.

Ο βιολογικός κύκλος της μέλισσας

Η μέλισσα για να ολοκληρώσει την ανάπτυξή της διέρχεται από τρία στάδια : το αυγό, την προνύμφη και τη νύμφη. Όλα τα αυγά προέρχονται από τη βασίλισσα του μελισσιού, είναι μεγάλα και στενόμακρα και έχουν χαρακτηριστική θέση μέσα στο κελί. Τα αυγά της τρίτης ημέρας είναι έτοιμα για την εκκόλαψη της προνύμφης. Οι αναπτυσσόμενες προνύμφες τρέφονται από τις εργάτριες μέλισσες με βασιλικό πολτό, γύρη και μέλι μέχρι την ημέρα που θα σφραγιστούν τα κελιά με κερί. Αφού σφραγιστούν τα κελιά, οι προνύμφες πλέκουν κουκούλι και περνούν στο στάδιο της νύμφης. Για κάθε διαφορετικό άτομο απαιτείται διαφορετικός συνολικός χρόνος ανάπτυξης του εντόμου. Για τη βασίλισσα απαιτούνται 16 ημέρες από την ημέρα ωοτοκίας, για την εργάτρια 21 και για τον κηφήνα 24 ημέρες.

Οι δραστηριότητες του μελισσιού


Τα άτομα των τριών τάξεων έχουν τα ίδια βασικά γνωρίσματα, παρουσιάζουν όμως ορισμένες μορφολογικές και ανατομικές διαφορές, που έχουν σχέση με το ρόλο τους στη ζωή του μελισσιού. Όλες οι εργασίες σ’ ένα μελίσσι γίνονται από τις εργάτριες με ένα εντυπωσιακό καταμερισμό εργασίας. Παρακάτω θα αναλύσουμε τις εργασίες που εκτελούνται σ’ ένα μελίσσι.


Εκτροφή γόνου


Η εκτροφή του γόνου γίνεται από τις παραμάνες , κατά βάση νεαρές μέλισσες 5-13 ημερών.. Οι παραμάνες ταΐζουν τον γόνο με μέλι ,γύρη και βασιλικό πολτό και μεριμνούν ώστε η περιοχή



του γόνου να έχει σταθερή θερμοκρασία 34 ο -35 ο C. Για την περιποίηση μιας μόνο προνύμφης συμμετέχουν διαδοχικά πάνω από 2800 παραμάνες για περίπου 10 ώρες.

Περιποίηση της βασίλισσας


Η βασίλισσα του μελισσιού συνοδεύεται πάντοτε από ένα αριθμό εργατριών, τις συνοδούς, οι οποίες έχουν ως αποστολή τους να την ταΐζουν, να την καθαρίζουν και να μεταδίδουν σε όλο το μελίσσι τις χημικές ουσίες ή

φερομόνες που εκκρίνει. Όλες μαζί οι χημικές ουσίες που εκκρίνει η βασίλισσα λέγονται ‘βασιλική ουσία’ και ορίζουν την ταυτότητα και την μοναδικότητά της.

Καθαριότητα της κυψέλης


Οι εργάτριες απομακρύνουν κάθε τι που θεωρούν ξένο για το μελίσσι , είτε αυτό είναι άχρηστο υλικό είτε παθογόνος οργανισμός. Ό,τι δεν μπορούν να απομακρύνουν το μουμιοποιούν με πρόπολη, που έχει μικροβιοκτόνες και μυκητοκτόνες ιδιότητες και αποτελεί το απολυμαντικό της κυψέλης. Οι εργάτριες επιχρίουν επίσης το εσωτερικό των κελιών με ελαιώδες επίχρισμα, που συλλέγουν από την γύρη γνωστό ως βάλσαμο γύρης. Με το επίχρισμα αυτό πιστεύεται ότι αποστειρώνονται εσωτερικά τα κελιά και ετοιμάζονται για την ωοτοκία της βασίλισσας. Η καθαριότητα της κυψέλης είναι υψίστης σημασίας για την επιβίωση του μελισσιού και είναι γεγονός. Αρκεί να σκεφτούμε ότι σε χώρο μικρότερο του ενός κυβικού μέτρου συναθροίζονται 40000 μέλισσες, και ο αέρας διατηρείται το ίδιο καθαρός όσο έξω από την κυψέλη. Άλλωστε οι μέλισσες δεν αφήνουν ποτέ τα περιττώματά τους μέσα στην κυψέλη.


Παραλαβή Ωρίμανση και Αποθήκευση μελιού


Οι συλλέκτριες νέκταρος όταν επιστρέφουν στην κυψέλη παραδίδουν το νέκταρ που μεταφέρουν στις αποθηκεύτριες με



τροφάλλαξη, και οι οποίες αρχικά το επεξεργάζονται για να απομακρυνθεί κάποια ποσότητα υγρασίας και στη συνέχεια το αποθηκεύουν στα κελιά.


Κτίσιμο κηρήθρων


Οι κηρήθρες κατασκευάζονται από κερί, το οποίο παράγετε από τους κηρογόνους αδένες της εργάτριας μόνο μέλισσας , και είναι αρχικά διαυγές υγρό που στερεοποιείται αμέσως. Για να δραστηριοποιηθούν οι κηρογόνοι αδένες απαιτούνται υψηλές θερμοκρασίες και αφθονία σε νέκταρ, μέλι και γύρη. Κάθε κηρήθρα αποτελείται από πολυάριθμα εξαγωνικά διαμερίσματα τα κελιά, τα οποία διακρίνονται σε εργατικά, κηφηνοκελιά και βασιλικά κελιά. Στα κελιά αυτά αποθηκεύονται οι τροφές και εκτρέφεται ο γόνος. Στα εργατικά κελιά εκτρέφονται οι καινούργιες εργάτριες, στα κηφηνοκελιά οι καινούργιοι κηφήνες και στα βασιλικά κελιά οι καινούργιες βασίλισσες.


Το εξαγωνικό σχήμα των κελιών είναι το πιο εργονομικό για την κατασκευή των κηρήθρων. Τα κυκλικά, οκταγωνικά ή πενταγωνικά κελιά αφήνουν κενά μεταξύ τους, ενώ τα τριγωνικά και τα τετραγωνικά έχουν μεγαλύτερη περίμετρο και άρα απαιτούν περισσότερο κερί για την κατασκευή τους. Το εξαγωνικό σχήμα των κελιών παρέχει οικονομία στο κερί, αξιοποιεί καλύτερα το χώρο και δίνει σταθερότητα και αντοχή στην κηρήθρα. Κάθε κιλό κηρήθρας κρατά μέχρι και 22 κιλά μέλι.( Θρασυβούλου 1998). Η κατασκευή των κηρήθρων γίνεται κατά τμήματα , από ομάδες εργατριών που κρέμονται από κάποιο σταθερό σημείο σαν κρόσσια. Τα τμήματα αυτά μεγαλώνουν με την πάροδο της εργασίας και τελικά ενώνονται μεταξύ τους σ’ ένα ομοιόμορφο σύνολο.

Ρύθμιση της θερμοκρασίας


Οι μέλισσες είναι δραστήριες μεταξύ 10 ο και 38 ο C. Όταν η θερμοκρασία είναι υψηλή , ομάδες εργατριών τοποθετημένες μέσα και έξω από την είσοδο της κυψέλης κινούν τα φτερά τους και κατευθύνουν ένα ρεύμα αέρα από έξω προς το εσωτερικό της κυψέλης και ένα άλλο με αντίστροφη κατεύθυνση. Ταυτόχρονα μια άλλη ομάδα εργατριών μεταφέρει νερό και το τοποθετεί σε σταγόνες , σε διάφορα σημεία του εσωτερικού της κυψέλης. Με τον αερισμό το νερό εξατμίζεται και προκαλείται πτώση της θερμοκρασίας. Όταν η θερμοκρασία είναι χαμηλή οι εργάτριες σχηματίζουν τη μελισσόσφαιρα , μια συμπαγή στοιβάδα που αποτελείτε από πολλές μέλισσες τοποθετημένες πυκνά η μια δίπλα στην άλλη. Το πάχος αυτής της στιβάδας μεταβάλλεται ανάλογα με τις μεταβολές της θερμοκρασίας. Μέσα σ’ αυτή τη σφιχτή στοιβάδα η μάζα των υπολοίπων μελισσών είναι χαλαρή. Οι μέλισσες κυκλοφορούν , καταναλώνουν μέλι, και με μικροσυσπάσεις των θωρακικών μυών παράγουν την απαιτούμενη για την επιβίωση θερμοκρασία.


Φρούρηση της εισόδου

Η είσοδος της κυψέλης φρουρείτε από μικρό η μεγάλο αριθμό εργατριών ανάλογα με τον κίνδυνο που διατρέχει το μελίσσι. Ο εισβολέας αντιμετωπίζεται με το κεντρί, ένα σύνθετο όργανο που αποτελείται από αδένες παραγωγής δηλητηρίου και φερομονών, κύστη που περιέχει το δηλητήριο και άλλα όργανα. Όταν μια εργάτρια κεντρίσει ένα θηλαστικό, το κεντριοφόρο σύστημα αποσπάται από το σώμα της με αποτέλεσμα το θάνατό της. Μετά την απόσπαση του κεντριού και για ένα περίπου λεπτό , η κύστη που περιέχει το δηλητήριο συσπάτε και διοχετεύει όλο το δηλητήριο στο σώμα του θύματος. Το κεντρί δεν μπορεί να αποτραβηχθεί εύκολα από το σώμα του θύματος διότι φέρει άγκιστρα που εξυπηρετούν αυτό το σκοπό.


Παράλληλα φερομόνες συναγερμού, που εκκρίνονται από αδένες του κεντριού σημαδεύουν τον εισβολέα , μετατρέποντάς τον σε κινητό στόχο για τις άλλες εργάτριες. Το δηλητήριο της μέλισσας περιέχει βιογενείς αμίνες, ένζυμα, πολυπεπτίδια , διάφορα αμινοξέα και αρωματικές πτητικές ουσίες. Οι αντιδράσεις που προκαλούνται από αυτό είναι αλλεργικής φύσης. Τονίζεται ότι οι μέλισσες χρησιμοποιούν το κεντρί τους ως αμυντικό μέσο για να υπερασπίσουν την κοινωνία τους, και ότι η επιβίωσή τους στηρίζεται στο αμυντικό αυτό σύστημα ( Θρασυβούλου 1998). Αρκεί να αναλογιστεί κανείς ότι πρέπει να προστατεύσουν κάτι πολύτιμο, το μέλι, το οποίο αποθηκεύουν την άνοιξη και το καλοκαίρι για να επιβιώσουν τον χειμώνα.

Τροφάλλαξη

Με τον όρο αυτό εννοούμε την ανταλλαγή τροφής μεταξύ των εργατριών προβοσκίδα με προβοσκίδα. Τον τρόπο αυτό χρησιμοποιούν οι εργάτριες για να διαμοιράσουν την τροφή στις μέλισσες που βρίσκονται στα απομακρυσμένα σημεία της κυψέλης και για να ταΐσουν τη βασίλισσα και τους νεαρούς κηφήνες.


Πτήσεις προσανατολισμού


Η εργάτρια προτού αναλάβει καθήκοντα συλλέκτριας, βγαίνει από την κυψέλη και κάνει ορισμένες πτήσεις , για να αποτυπώσει στη μνήμη της τη μορφή , το χρώμα



τη θέση της κατοικίας της καθώς και τα χαρακτηριστικά σημάδια στη γύρω περιοχή. Οι πτήσεις αυτές γίνονται ομαδικά

Συλλογή τροφής


Στην ηλικία των τριών περίπου εβδομάδων η εργάτρια γίνεται συλλέκτρια και συλλέγει νέκταρ, γύρη, νερό και πρόπολη. Οι επισκέψεις στα διάφορα είδη φυτών γίνονται συγκεκριμένη ώρα της ημέρας , την ώρα που το κάθε φυτό εκκρίνει νέκταρ η δίνει γύρη (Percival 1955). Η συλλέκτρια χρησιμοποιεί τη θέση του ήλιου ως οδηγό.(*) Τυπώνει στη μνήμη της την προβολή της γωνίας που σχηματίζεται από τα σημεία θέση του ήλιου , κυψέλη, τοποθεσία τροφής. Χρησιμοποιώντας αυτή τη γωνία, επιστρέφει στην κατοικία της χωρίς περιπλανήσεις. Σε μέρες με μερική συννεφιά, ακόμα κι αν δεν φαίνεται ο ήλιος, οι μέλισσες βρίσκουν την ακριβή του θέση από το διαθλώμενο φως. Σε μέρες δε με ολική συννεφιά, και πάλι οι μέλισσες προσανατολίζονται με τον ήλιο, γιατί βλέπουν το υπεριώδες φως που διαπερνά τα σύννεφα. Παρατηρήθηκε ότι συλλέκτριες έκαναν ταξίδια μέχρι και 13,7 χιλιομέτρων για να συλλέξουν τροφή. Ακόμα και σε τέτοια μεγάλης διάρκειας ταξίδια, που η θέση του ήλιου αλλάζει, η εργάτρια κάνει τις απαιτούμενες διορθώσεις, χάρις στην έντονα ανεπτυγμένη αίσθηση του χρόνου που έχει, και βρίσκει εύκολα την κατοικία της. Οι συλλέκτριες κάνουν μακρινά ταξίδια ακόμα και όταν υπάρχει τροφή σε κοντινές αποστάσεις, αν η ανθοφορία που βρίσκεται μακριά είναι πιο ελκυστική. Έτσι αυξάνουν τη δυνατότητα συλλογής από μεγαλύτερη ποικιλία λουλουδιών, και επιτρέπουν στο μελίσσι να κάνει πλουσιότερη τη σύνθεση των τροφών που συλλέγει. Σε περιόδους που η ανθοφορία είναι μειωμένη, παρατηρείται συχνά, μια εργάτρια να συγκρούεται με μια ξένη που εισέρχεται στην περιοχή της, με σκοπό να την παρεμποδίσει να συλλέξει.


Η λεηλασία

Οι συλλέκτριες συλλέγουν μέλι από κάθε πρόσφορη πηγή. Σε περιόδους μειωμένης ανθοφορίας πηγή τροφής είναι και το αποθηκευμένο μέλι, στα γειτονικά μελίσσια. Έτσι οι συλλέκτριες κλέβουν το μέλι από τα αδύνατα μελίσσια τα οποία αδυνατούν να υπερασπισθούν τις προμήθειές τους

Η διατροφή του μελισσιού


Η συλλογή είναι η πιο κοπιαστική και περισσότερο επικίνδυνη εργασία που αναλαμβάνει μια εργάτρια. Είναι όμως υψίστης σημασίας για την επιβίωση του μελισσιού. Η γύρη που συλλέγετε δίνει τις απαραίτητες πρωτεΐνες για τη ανάπτυξη των ιστών και των αδένων της μέλισσας. Η ετήσια κατανάλωση γύρης για ένα μελίσσι είναι 15-30 κιλά. Οι υδατάνθρακες βρίσκονται στο μέλι. Κάθε μελίσσι καταναλώνει 60-80 κιλά μέλι το χρόνο. Το νερό είναι απαραίτητο στοιχείο στη διατροφή της μέλισσας και χρησιμοποιείται για την αραίωση του μελιού, τη διατροφή του γόνου, το δρόσισμα της κυψέλης και τη μείωση της θερμοκρασίας.


Το αδενικό σύστημα


Το αδενικό σύστημα χωρίζεται στους ενδοκρινείς και τους εξωκρινείς αδένες. Οι ενδοκρινείς αδένες εκκρίνουν ορμόνες στο εσωτερικό του σώματος της μέλισσας και έχουν σχέση με τη βιοχημική ρύθμιση, της ανάπτυξης και της συμπεριφοράς της μέλισσας.



Οι εξωκρινείς αδένες εκκρίνουν το προϊόν τους- φερομόνες , ένζυμα, κερί, δηλητήριο- στο εξωτερικό περιβάλλον. Ο βασιλικός πολτός, το δηλητήριο, το ένζυμο ιμβερτάση που μετατρέπει το νέκταρ σε μέλι, το κερί, είναι μόνο μερικά παράγωγα αυτών των αδένων. Παράγουν επίσης φερομόνες, οι οποίες ρυθμίζουν τη συμπεριφορά όλου του μελισσιού.

Ο πολλαπλασιασμός του μελισσιού


Ο φυσικός πολλαπλασιασμός του μελισσιού ονομάζεται σμηνουργία. Κατά τη σμηνουργία το μελίσσι χωρίζεται, ένα μέρος των εργατριών μαζί με τη βασίλισσα φεύγουν από τη φωλιά προς αναζήτηση νέας, -αυτό το μέρος του μελισσιού ονομάζεται αφεσμός- ενώ οι υπόλοιπες παραμένουν στην παλιά φωλιά με ένα αριθμό βασιλικών κελιών έτοιμων να δώσουν καινούργιες βασίλισσες. Η προετοιμασία της σμηνουργίας αρχίζει νωρίς την άνοιξη, με την εκτροφή κηφήνων και την αύξηση της ακολουθίας που περιστοιχίζει την βασίλισσα, η οποία μπορεί να ξεπεράσει τις 22 εργάτριες. Οι εργάτριες αυτές ταΐζουν πιεστικά τη βασίλισσα με βασιλικό πολτό και την εξαναγκάζουν να επιταχύνει το ρυθμό της ωοτοκίας της, που φτάνει στο μέγιστο της, γύρω στα 1500 με 2000 αβγά το εικοσιτετράωρο, το βάρος των οποίων είναι μεγαλύτερο του βάρους της. Παράλληλα , άλλες εργάτριες ετοιμάζουν πολυάριθμες βάσεις βασιλικών κελιών. Πιεζόμενη η βασίλισσα ψάχνει διαρκώς για άδεια κελιά, για να εναποθέσει τα αβγά της. Τελικά ωοτοκεί και στις βάσεις των βασιλικών κελιών. Τότε οι εργάτριες σπεύδουν να επιμηκύνουν τα τοιχώματά τους και να εφοδιάσουν τις προνύμφες που θα εκκολαφθούν, με μεγάλες ποσότητες βασιλικού πολτού. Στη συνέχεια ο ρυθμός της ζωής του μελισσιού αλλάζει. Οι εργάτριες αλλάζουν συμπεριφορά, οι συνοδοί της βασίλισσας μειώνονται και πολλές φορές αρνούνται να την ταΐσουν. Ο ρυθμός της ωοτοκίας επιβραδύνεται πολύ και η κοιλιά της βασίλισσας μικραίνει. Μια εβδομάδα περίπου πριν από την αναχώρηση του αφεσμού, οι εργάτριες κακομεταχειρίζονται τη βασίλισσα και την αναγκάζουν να κινείται διαρκώς. Τη γυμνάζουν για να μπορεί να πετάξει.


Η ωοτοκία διακόπτεται, ο ρυθμός εργασίας μειώνεται και το μελίσσι παρουσιάζει εικόνα απραξίας. Στο μεταξύ ένας αριθμός από συλλέκτριες μεταβάλλεται σε ανιχνεύτριες , οι οποίες ψάχνουν να βρουν κατάλληλο χώρο για την εγκατάσταση της νέας κατοικίας. Όταν επιστρέφουν στην κυψέλη, χορεύουν το χορό της παλλόμενης κοιλιάς ,για να δείξουν την κατεύθυνση και την απόσταση του καταφυγίου που ανακάλυψαν. Όταν σφραγιστούν τα πρώτα βασιλικά κελιά, το μελίσσι είναι έτοιμο να πολλαπλασιαστεί .Οι εργάτριες γεμίζουν τον πρόλοβο τους με μέλι, για να έχουν προμήθειες λίγων ημερών στη νέα θέση που θα εγκατασταθούν , και περιμένουν το σύνθημα της αναχώρησης. Το σύνθημα δίνεται από τις ανιχνέυτριες , οι οποίες με τους συριστικούς χορούς τους αναστατώνουν το μελίσσι. Τελικά το τμήμα του μελισσιού που θα αποτελέσει τον αφεσμό, ξεχύνεται σαν ποτάμι στη σανίδα πτήσης, παρασύροντας προς τα έξω και τη βασίλισσα. Οι μέλισσες πετούν ζωηρά γύρο από την κυψέλη τους , με ένα χαρακτηριστικό βουητό, μέχρι να βγουν και οι τελευταίες που θα ακολουθήσουν το σμήνος . Στη συνέχεια κατευθύνονται σε κάποιο κοντινό δέντρο και σε ένα χαμηλό κλαδί σχηματίζουν το λεγόμενο τσαμπί. Ο αριθμός των μελισσών που αποτελούν τον αφεσμό, είναι περίπου το 50% του αρχικού μελισσιού και αποτελείται κατά βάση από νεαρές μέλισσες. Στη θέση αυτή ο αφεσμός θα παραμείνει από 30 λεπτά μέχρι 24 ώρες, όσο χρόνο θα χρειαστούν οι ανιχνεύτριες να συμφωνήσουν μεταξύ τους ποιο είναι το καλύτερο καταφύγιο της περιοχής. Αυτό το χρόνο έχει στη διάθεση του ο μελισσοκόμος να συλλάβει τον αφεσμό και να τον εγκαταστήσει σε καινούργια κυψέλη. Μετά την αναχώρηση του αφεσμού το μελίσσι ηρεμεί. Ο πληθυσμός του που μειώθηκε απότομα, αυξάνεται γρήγορα , καθώς καθημερινά προσθέτονται νέες μέλισσες από τον εκκολαπτόμενο γόνο. Σε λίγες ημέρες αρχίζουν να εκκολάπτονται και οι νέες βασίλισσες. Το τι θα συμβεί στη συνέχεια εξαρτάται από το αν το μελίσσι προτίθεται να σμηνουργήσει εκ νέου ή όχι. Αν το μελίσσι δεν προτίθεται να σμηνουργήσει επιτρέπει στην πρώτη νεαρή βασίλισσα που θα εκκολαφθεί, να σκοτώσει τις υπόλοιπες αδελφές της μέσα στα κελιά τους και να αναλάβει την αρχηγία του. Αν το μελίσσι προτίθεται να δημιουργήσει και άλλους αφεσμούς, οι εργάτριες παρεμποδίζουν τη νέα βασίλισσα να σκοτώσει τις αδελφές της. Όταν το νέο μελίσσι εγκατασταθεί τελικά στη μόνιμή του κατοικία, αν τυχών υπάρχουν περισσότερες από μια βασίλισσες , θα αγωνισθούν μεταξύ τους και η πιο δυνατή θα σκοτώσει τις αδελφές της .(Λιάκος 2005)


Η επικοινωνία μεταξύ των μελισσών (*)


Απαραίτητη προϋπόθεση για την εύρυθμη λειτουργία μιας κοινωνίας είναι η επικοινωνία μεταξύ των μελών της. Η επικοινωνία μεταξύ των μελισσών επιτυγχάνεται με διάφορα ερεθίσματα. Τέτοια είναι οι φερομόνες, χημικές ουσίες που εκκρίνουν τόσο οι εργάτριες όσο και η βασίλισσα του μελισσιού. Ανάλογα με τη χημική ουσία που εκκρίνεται , παρατηρείται και η αντίστοιχη συμπεριφορά από το μελίσσι. Οι μέλισσες επικοινωνούν επίσης χορεύοντας. Έχουν παρατηρηθεί τρεις βασικοί χοροί , ο κυκλικός χορός, ο μικτός χορός, και ο χορός των δονήσεων της κοιλιάς. Οι χοροί αυτοί δηλώνουν κατά βάση την απόσταση της τροφής από την κυψέλη.

Η διοίκηση του μελισσιού


Η βασίλισσα είναι αυτή που διευθύνει το μελίσσι. Η παρουσία της είναι διαρκώς αισθητή μέσα στη κυψέλη, χάρη στην κυκλοφορία της βασιλικής ουσίας με την οποία κρατά σε συνοχή το μελίσσι, διατηρεί τη χαρακτηριστική οργάνωσή του και ρυθμίζει τη λειτουργία του. Την μετάδοση της βασιλικής ουσίας αναλαμβάνουν οι εργάτριες συνοδοί της βασίλισσας. Κρατούν τις κεραίες τους σε συνεχή επαφή μαζί της και στη συνέχεια λόγω της συχνής επαφής τους με τις υπόλοιπες εργάτριες, μεταφέρουν την βασιλική ουσία σε ολόκληρο το μελίσσι. Η βασιλική ουσία μεταδίδεται επίσης με την τροφάλλαξη ,καθώς και λόγω της κυκλοφορίας του αέρα.

(*) http://www.blogger.com/post-edit.g?blogID=2891878207460102976&postID=7487717192898483803

Πηγή http://www.honeymell.com